Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2016

Λογοτεχνία: «Ο δρόμος» (2006)

Ο ΔΡΟΜΟΣ

«THE ROAD»



«Η σιωπή. Η ξεραΐλα που ανάβλυζε απ' τη γη. Οι λασπωμένες μορφές πλημμυρισμένων πόλεων που 'χαν καεί ως εκεί που φτάναν τα νερά. Σ' ένα σταυροδρόμι ένας τόπος με ογκόλιθους όπου τα διαβασμένα οστά χρησμοδοτών κείτονταν μουχλιασμένα. Ήχος κανείς, μόνο ο άνεμος. Και τι να πεις; Τις πρόφερε άνθρωπος αυτές τις λέξεις; Έξυσε ένα φτερό με τον χαρτοκόπτη του για να γράψει αυτά τα πράγματα σε κορμό ή σε κάρβουνο; Σε κάποια αναγνωρίσιμη στιγμή θεμελιωμένη; Έρχεται να μου κλέψει τα μάτια. Να μου σφραγίσει τα χείλη με χώμα.» (μετάφραση: Αύγουστος Κορτώ)



    Ένας ανώνυμος πατέρας και ο μικρός του γιος ταξιδεύουν σε μια εδώ και καιρό κατεστραμμένη γη, σκεπασμένη από τη στάχτη και τα ματωμένα ερείπια του πολιτισμού, προσπαθώντας να αποφύγουν τον επελαύνοντα χειμώνα και να καταφύγουν στον θερμότερο Νότο. Μόνα τους εφόδια, ένας σκισμένος χάρτης κι ένα καρότσι με ισχνά λάφυρα από το πτώμα της προκατακλυσμιαίας Ανθρωπότητας. Στην πορεία τους θα συναντήσουν περιστασιακά άλλους μεμονωμένους πρόσφυγες, επικίνδυνους επιζήσαντες επιδιδόμενους στον κανιβαλισμό και στη λεηλασία. Σ' αυτό τον ατελείωτο εφιάλτη, όπου ο φόβος του Άλλου συνιστά την απόλυτη σταθερά, η μεταξύ τους αφοσίωση είναι το μόνο που τους κρατά ζωντανούς.
    Ο Κόρμακ Μακάρθι, στην τελευταία φάση πλέον της συγγραφικής του καριέρας, στην Αμερική του Πολέμου της Τρομοκρατίας και της κατοχής του Ιράκ μετά την Ενδεκάτη Σεπτεμβρίου, επιλέγει ένα μεταποκαλυπτικό φόντο για το νέο του βιβλίο και διαλέγει να ξετυλίξει μια αφήγηση σημαντικά όμοια με το γνωστότερο μυθιστόρημά του, τον Ματωμένο μεσημβρινό (1985). Το ιστορικό σκηνικό των συνόρων ΗΠΑ - Μεξικού του 1850 εδώ έχει αντικατασταθεί από έναν μελλοντικό μεταποκαλυπτικό κόσμο, μα και στις δύο περιπτώσεις παρακολουθούμε το ταξίδι των πρωταγωνιστών σε μια ατέρμονη υπαίθρια κόλαση. Και στις δύο περιπτώσεις η πλοκή διαπερνάται από μία απαισιόδοξη, χομπσιανή αντίληψη περί της ανθρώπινης φύσης, ως εγγενώς εστιασμένης στον άνευ όρων ανταγωνισμό των ατόμων και στον καθολικό πόλεμο όλων εναντίον όλων. Όμως, καθώς στον Δρόμο τα κίνητρα των πρωταγωνιστών περιορίζονται αποκλειστικά στην αυτοπροστασία και στην επιβίωση με κάθε μέσο, είναι δηλαδή ορθολογικά, γινόμαστε μάρτυρες σε μία κάπως καθαρότερη απεικόνιση της αυθεντικής χομπσιανής περιγραφής της υποθετικής «φυσικής κατάστασης»: μιας αέναης μάχης όπου η βιολογική ορμή για αυτοσυντήρηση διαμορφώνεται σε βούληση επιβολής άνευ όρων και απειλεί τελικά την Ανθρωπότητα με αφανισμό.

Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2016

Λογοτεχνία: «Ματωμένος μεσημβρινός» (1985)

ΜΑΤΩΜΕΝΟΣ ΜΕΣΗΜΒΡΙΝΟΣ

«BLOOD MERIDIAN»



«Κανείς τους δεν μιλούσε. Ήταν άντρες απ' άλλη εποχή κι ας έφεραν ονόματα χριστιανικά και είχαν ζήσει όλη τους τη ζωή στις ερημιές όπως και οι πατέρες τους. Είχαν μάθει από πόλεμο πολεμώντας, γενιές ολόκληρες κυνηγημένες απ' την ανατολική ακτή στην άλλη άκρη της ηπείρου, απ' τις στάχτες του Γκνάντενχουτεν ίσαμε τα λιβάδια και την έξοδο προς τους δρυμούς της Δύσης. Ακόμα κι αν υπήρχαν ένα σωρό μυστήρια στον κόσμο τα όρια του συγκεκριμένου κόσμου δεν ήταν μυστηριώδη, διότι δεν είχε μετρημό και σύνορο και περιείχε εντός του πλάσματα ακόμα πιο φριχτά κι άντρες άλλων χρωμάτων και όντα που άνθρωπος δεν έχει αντικρίσει ποτέ κι ωστόσο όχι ξένα, ή όχι περισσότερο απ' όσο ένιωθαν ξένες τις καρδιές τους τις ίδιες, μ' ό,τι ερημιά περιείχαν κι ό,τι θηρία.» (μετάφραση: Αύγουστος Κορτώ)



    1849. Νοτιοδυτικές ΗΠΑ και βόρειο Μεξικό. Το Παιδί, ένας αγράμματος έφηβος επιρρεπής στις βαρβαρότητες και στην αλόγιστη βία, περιπλανάται στη βορειοαμερικανική έρημο παραδέρνοντας μεταξύ Τέξας και Μεξικού μεθώντας, καυγαδίζοντας, κλέβοντας. Οι περιπέτειές του θα τον οδηγήσουν να ενταχθεί σε μία συμμορία μισθοφόρων κυνηγών κεφαλών οι οποίοι συλλέγουν ινδιάνικα σκαλπ, με φόντο έναν φρικτό κόσμο κτηνώδους βίας και διάχυτου ρατσισμού, όπου Αμερικανοί, Μεξικανοί και Ινδιάνοι αλληλοσπαράζονται χωρίς κανένα δισταγμό.
    Ο Αμερικανός Κόρμακ Μακάρθι, έχοντας ήδη στην πλάτη του συγγραφική πορεία είκοσι ετών, δημοσίευσε το 1985 το πιο αναγνωρισμένο του μυθιστόρημα, ένα αναθεωρητικό και αντιηρωικό γουέστερν στηριγμένο σε αληθινά συμβάντα. Ο Ματωμένος μεσημβρινός, ή το κόκκινο του δειλινού στη Δύση πραγματεύεται κατά βάση το ίδιο θέμα με όλη σχεδόν την ύστερη εργογραφία του Μακάρθι, την ανθρώπινη μοχθηρία ως δύναμη της φύσης, με ακραία χομπσιανούς όρους καθολικού πολέμου όλων εναντίον όλων. Το επαναλαμβανόμενο στην εισαγωγή λεκτικό μεταφορικό σχήμα των «ματιών σαν κλουβιά» και η μεταγενέστερη παρατήρηση πως οι πρωταγωνιστές «δεν έχουν περισσότερη συντροφικότητα από ένα τσούρμο πιθήκων» συνοψίζουν αυτή την κοσμοθεωρία των ατόμων ως απομονωμένων ψυχικών νησίδων, ενώ οι τακτικά επανερχόμενες σκηνές νοσηρής βίας και φρίκης, σταθερά στην επικράτεια του γκροτέσκου και μοιάζοντας με ευφάνταστα ευρήματα σπλάτερ ταινίας τρόμου, υπογραμμίζουν τις συνέπειες της αλληλεπίδρασης μεταξύ τέτοιων ατόμων. Η ιδιόρρυθμη γραφή του Μακάρθι – κοφτή, λακωνική, τεταμένη, με ενίοτε βιβλικό ύφος και ενσωματωμένους τους διαλόγους στην αφήγηση (εκλείπουν παντελώς παύλες και εισαγωγικά) – μεταφέρει στον αναγνώστη το παράδοξα κλειστοφοβικό κλίμα ενός τέτοιου περιβάλλοντος, όπου ο υπαρξιακός τρόμος μοιάζει να συνιστά την πρώτη ύλη της Δημιουργίας. Ως αντιστάθμισμα, τα στιγμιότυπα μακροπερίοδου και λυρικού λόγου βοηθούν στην ανάγλυφη και γοητευτική οικοδόμηση ενός, κατά τ' άλλα, απωθητικού αφηγηματικού κόσμου, παρουσιάζοντας μία παρατακτική και άστικτη σύνταξη σχεδιασμένη να αντανακλά το αιώνια μετακινούμενο και πουθενά τερματιζόμενο Σύνορο των ανοικτών οριζόντων, εκείνο το φευγαλέο άγιο δισκοπότηρο των πιονέρων της Δύσης στο όνομα του οποίου κάθε φόνος δικαιολογείται και κάθε βαρβαρότητα φαντάζει μονόδρομος.

Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2016

Κινηματογράφος: «Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους» (2007)

ΚΑΜΙΑ ΠΑΤΡΙΔΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΕΛΛΟΘΑΝΑΤΟΥΣ

«NO COUNTRY FOR OLD MEN»




    Το καλοκαίρι του 1980, στην έρημο του Τέξας κοντά στα σύνορα των ΗΠΑ με το Μεξικό, ένας άνεργος βετεράνος του Πολέμου του Βιετνάμ (Τζος Μπρόλιν) βρίσκει τα νεκρά απομεινάρια μίας συναλλαγής μεταξύ συμμοριών διακίνησης ναρκωτικών που πήγε στραβά και έναν σάκο με 2 εκατομμύρια δολάρια. Αποφασίζει να υποκλέψει τα χρήματα αντί να ειδοποιήσει τις Αρχές, αλλά σύντομα στο κατόπι του βρίσκονται Μεξικανοί συμμορίτες, ο τοπικός, ηλικιωμένος και λακωνικός Σερίφης (Τόμι Λι Τζόουνς) που αδυνατεί να κατανοήσει την παράλογη βία της νέας εποχής που ανατέλλει, καθώς και ένας ανεξέλεγκτος, ψυχοπαθής επαγγελματίας δολοφόνος (Χαβιέρ Μπαρδέμ) που προσελήφθη για να ανακτήσει τον σάκο, αλλά λειτουργεί με τους δικούς του, αιματοβαμμένους κανόνες.
    Οι Αδελφοί Κοέν επιστρέφουν σε φόρμα μετά την εμπορική και καλλιτεχνική αποτυχία της Αβάσταχτης γοητείας (2003) και της Συμμορίας των πέντε (2004), με σταθερούς συνεργάτες τους πίσω αλλά όχι μπροστά από την κάμερα, μεταφέροντας πιστά στην οθόνη ένα μυθιστόρημα του συγγραφέα Κόρμακ Μακάρθι και κατορθώνοντας να το οικειοποιηθούν πλήρως. Μείγμα βραδύκαυστου αστυνομικού θρίλερ και νεογουέστερν με αντισυμβατική αφηγηματική δόμηση και αναφορές στο σινεμά του Χίτσκοκ και του Πέκινπα, το Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους συνιστά στον πυρήνα του μια λιτή ελεγεία για την αθωότητα που χάνεται και ένα σχόλιο για την εγγενή βία των δυτικών κοινωνιών, που ανέρχεται στην επιφάνεια των μετανεωτερικών μητροπόλεων με τη μορφή μιας παράλογης, διάχυτης νοσηρότητας. Δεν είναι καθόλου τυχαία η τοποθέτηση της πλοκής στο 1980, όταν η πρωτοφανής αύξηση της εγκληματικότητας στα αστικά κέντρα των ΗΠΑ – στον απόηχο της οικονομικής κρίσης, του Βιετνάμ και των κοινωνικών ταραχών του ‘70 – ήταν ακόμα καινούργιο φαινόμενο, ούτε ότι ο χαρακτήρας του Σερίφη, τελείως παρασκηνιακός ρόλος στα πρώτα δύο τρίτα του φιλμ, είναι τελικά αυτός που δίνει τον τίτλο της στην ταινία και τον τόνο στο πεσιμιστικό φινάλε.

Κυριακή, 6 Μαρτίου 2016

Κινηματογράφος: «Ιστορία ενός εγκλήματος» (1967)

ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ

«IN THE HEAT OF THE NIGHT»




    Σε μια επαρχιακή, ρατσιστική κωμόπολη του Μισισίπι της δεκαετίας του 1960, ένας περαστικός καλοντυμένος Αφροαμερικανός από τη Φιλαδέλφεια (Σίντνεϊ Πουατιέ) συλλαμβάνεται τυχαία ως ύποπτος του φόνου ενός πλούσιου επιχειρηματία, ο οποίος είχε προσφάτως πραγματοποιήσει επενδύσεις στην περιοχή. Μόλις ο τοπικός Σερίφης Μπιλ (Ροντ Στάιγκερ) αντιλαμβάνεται πως ο συλληφθείς είναι αστυνομικός ειδικευμένος στις ανθρωποκτονίες, τον αφήνει διστακτικά ελεύθερο και – ευρισκόμενος σε αδιέξοδο – του ζητά να τον βοηθήσει στην έρευνα του φόνου. Ο μαύρος Βέρτζιλ διατάσσεται από τον προϊστάμενό του στη Φιλαδέλφεια να ικανοποιήσει το αίτημα του Σερίφη και, πιεζόμενος από τη θρηνούσα, πάμπλουτη και χωρίς φυλετικές προκαταλήψεις χήρα του επιχειρηματία, αναγκάζεται να παρατείνει τη διαμονή του στην εχθρική πόλη. Γρήγορα εμπλέκεται στον μικρόκοσμό της και παθιάζεται με την υπόθεση, ενώ τοπικοί παράγοντες επιπλήττουν τον Σερίφη για την εμπιστοσύνη την οποία δείχνει σε έναν νέγρο…
    Με βάση ένα πολύκροτο μυθιστόρημα και στον απόηχο του κινήματος πολιτικών δικαιωμάτων και των φυλετικών αναταραχών της δεκαετίας του 1960 στις ΗΠΑ, συλλαμβάνοντας τις ευαισθησίες της εποχής και την αίσθηση καλλιτεχνικής ελευθερίας του ολοκαίνουργιου τότε Νέου Χόλιγουντ, ο Νόρμαν Τζούισον κινηματογραφεί από εμφανώς φιλελεύθερη σκοπιά μία εξαιρετικά επίκαιρη και τολμηρή (το 1967) αστυνομική ταινία μυστηρίου η οποία δεν αποφεύγει τις χολιγουντιανές συμβάσεις και την κερδοσκοπική έμφαση στην ανάδειξη των ηθοποιών-αστέρων της, αλλά ταρακούνησε το κατεστημένο της εποχής παρουσιάζοντας τη συνεργασία ενός λευκού και ενός μαύρου αστυνομικού και συνεισέφερε στην οριστική απαξίωση των συντηρητικών ηθών τα οποία ακόμα επικρατούσαν σε πολλές περιοχές των ΗΠΑ. Το σενάριο, κατά απλοϊκό τρόπο, στιγματίζει απολύτως ηθικά τους περισσότερους χαρακτήρες αναλόγως με τη στάση τους απέναντι στο «φυλετικό ζήτημα», με εξαίρεση κάποιον αδιάφορο για το θέμα κατά λάθος συλληφθέντα (μία άψογη υποστηρικτική ερμηνεία από τον Σκοτ Γουίλσον, ο οποίος το ίδιο έτος πρωταγωνίστησε στο Εν ψυχρώ) και τους δύο βασικούς ήρωες: ο Βέρτζιλ, ελαφρώς ναρκισσιστής, παθιάζεται τόσο με την υπόθεση που αφήνει το μένος του για τους ρατσιστές να θολώσει την κρίση του παρά το αδιαμφισβήτητο ταλέντο και την ευφυΐα του, ενώ ο Σερίφης Μπιλ, κατά βάθος ευσυνείδητος και φιλότιμος, εξελίσσεται όμορφα καθ’ όλη τη διάρκεια του φιλμ, ώστε από τυπικός – λόγω περιρρέοντος κλίματος – ρατσιστής, καταλήγει να σέβεται, να υπερασπίζεται και να νοιάζεται τον Βέρτζιλ. Η εξέλιξη αυτή και η μεθοδική διαμόρφωση της φιλίας των δύο ανδρών συνιστά τον πυρήνα της αφήγησης· είναι πράγματι μεγάλη απόλαυση η αλληλεπίδραση του Στάιγκερ και του Πουατιέ στους ρόλους αυτούς και, παρά τον υπέρμετρο μανιερισμό που εύκολα διακρίνει ο σημερινός θεατής σε ορισμένες σκηνές, οι ερμηνείες τους είναι τόσο στιβαρές που προσδίδουν ακόμα περισσότερο βάθος σε χαρακτήρες έτσι κι αλλιώς πολυδιάστατους, ισχυρογνώμονες, μοναχικούς και αλαζόνες, μα ευφυείς και καλοπροαίρετους.

Σάββατο, 5 Μαρτίου 2016

Κινηματογράφος: «Εν ψυχρώ» (1967)

ΕΝ ΨΥΧΡΩ

«IN COLD BLOOD»




    Σε μια επαρχιακή πόλη των ΗΠΑ τη δεκαετία του 1950, ένας νεαρός αποφυλακίζεται και συναντάται με έναν παλιό του συγκρατούμενο. Μαζί αποφασίζουν να διαρρήξουν το σπίτι ενός αγρότη βασισμένοι στην υποψία ότι έχει κρυμμένα 10000 δολάρια. Το απρόσμενο μακελειό τους καθιστά φυγάδες με τέσσερις νεκρούς στο διάβα τους, ενώ η Αστυνομία προσπαθεί να τους ταυτοποιήσει και να τους εντοπίσει ως δράστες ενός φονικού ακατανόητου και παράλογου – το υποτιθέμενο χρηματοκιβώτιο ήταν στην πραγματικότητα ανύπαρκτο και τα λάφυρα περιορίζονται σε 43 δολάρια κι ένα παλιό ραδιόφωνο…
    Στηριγμένος στο ομώνυμο, σχεδόν μυθιστορηματικό βιβλίο του Τρούμαν Καπότε, ήδη διάσημου από το Πρόγευμα στου Τίφανις, ο σκηνοθέτης Ρίτσαρντ Μπρουκς μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη τα γεγονότα γύρω από έναν μαζικό φόνο ο οποίος συγκλόνισε τη βορειοαμερικανική κοινή γνώμη του 1959. Ο Πέρι Σμιθ (Ρόμπερτ Μπλέικ) – ένας εθισμένος στην… ασπιρίνη βετεράνος της Κορέας – είναι βαρύθυμος, ευαίσθητος, με όνειρο να γίνει διασημότητα, με εκρήξεις βίας και βαρυνόμενος από ένα ιστορικό παιδικής κακοποίησης και εγκατάλειψης από τον μέθυσο και αγροίκο πατέρα του. Υπάρχουν στιγμές που αδυνατεί να διακρίνει τη φαντασίωση από την πραγματικότητα, αλλά και στιγμές όπου τον πλημμυρίζει οίκτος και διορατικότητα. Ο Ρίτσαρντ Χίκοκ (Σκοτ Γουίλσον) είναι αστείος, γοητευτικός, επαγγελματίας απατεώνας και ο «εγκέφαλος» του σχεδίου – επίσης δεν έχει ηθικούς ενδοιασμούς και είναι ο πιο πρόθυμος να μην αφήσει πίσω του μάρτυρες, αλλά χρειάζεται «κάποιον να πατήσει τη σκανδάλη». Από μόνοι τους είναι ακίνδυνοι, από κοινού δημιουργούν μία προσωπικότητα εκρηκτική και φονική… Το φιλμ παρακολουθεί τη διαδρομή από τη συνάντησή τους και τη σύλληψη του σχεδίου, μέχρι τον απαγχονισμό τους από τους κρατικούς δημίους πέντε χρόνια μετά. Ένα μικρό τμήμα της πλοκής αφορά και την αστυνομική έρευνα για την αναγνώριση και εύρεση των δραστών, από την επομένη του εγκλήματος μέχρι τη σύλληψη και τη δίκη τους. Πιστό στη δομή του βιβλίου όπου βασίστηκε, το φιλμ δεν περιγράφει τη νύχτα των φόνων παρά μόνο μέσω μνημονικής αναδρομής στο παρελθόν προς το φινάλε, οικοδομώντας έτσι με επιτυχία μία αύρα μυστηρίου κατά το μεγαλύτερο μέρος της διάρκειας όσον αφορά τις συνθήκες και τα αίτια του εγκλήματος. Αυτό είναι σημαντικό για μία ταινία η οποία συνολικά δεν στηρίζεται στην αγωνία αλλά στη θλίψη ¬– η ιστορία του Πέρι και του Ρίτσαρντ δεν έχει σασπένς, δεν έχει κινηματογραφική γοητεία, είναι απλώς θλιβερή.

Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2016

Κινηματογράφος: «Μπόνι και Κλάιντ» (1967)

ΜΠΟΝΙ ΚΑΙ ΚΛΑΪΝΤ

«BONNIE AND CLYDE»




    Ένα ανορθόδοξο και πρωτοποριακό γκανγκστερικό φιλμ, στηριγμένο σε αληθινή ιστορία, αποτέλεσε τον δούρειο ίππο του «Νέου Χόλιγουντ» περί τα τέλη της πιο κομβικής μεταπολεμικής δεκαετίας. Μετά τις δονήσεις τις οποίες προκάλεσε κατά το προηγούμενο έτος στη βιομηχανία διασκέδασης των ΗΠΑ το Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;, εν μέσω πρωτοφανών κοινωνικοπολιτικών αναταραχών και εμφανούς μετάλλαξης του κινηματογραφικού κοινού, το Μπόνι και Κλάιντ προχώρησε παραπέρα, έσπασε κάθε κανόνα, συντάραξε θεμελιωδώς με τη σειρά του το στουντιακό κύκλωμα του Χόλιγουντ, σημείωσε τεράστια επιτυχία διεθνώς και πέρασε ταχύτατα στη σφαίρα του καλλιτεχνικού θρύλου.
    Ο σκηνοθέτης Άρθουρ Πεν αφηγείται την άνοδο και την πτώση ενός ζεύγους καταζητούμενων νεαρών ληστών τραπεζών (Γουόρεν Μπίτι και Φαίη Ντάναγουεϊ, στους ρόλους οι οποίοι τους καταξίωσαν) την εποχή της Μεγάλης Ύφεσης, αποφασισμένων να γίνουν διάσημοι μέσω των ΜΜΕ και εξαιρετικά λαοφιλών σε μια εποχή διάχυτης εξαθλίωσης, τεράστιας ανεργίας, γιγαντωμένων κοινωνικών ανισοτήτων και μεγάλης απαξίωσης του οικονομικού συστήματος στις ΗΠΑ. Οι συντελεστές αποφεύγουν κάθε ηθοπλαστικό δίδαγμα και αποδίδουν τα γεγονότα με έναν κωμικό και ρομαντικό τόνο, αντιπαραθέτοντας το ύφος αυτό με εμβόλιμες, διάσπαρτες δόσεις ερωτισμού και ωμής, αλογόκριτης αλγεινής βίας, χωρίς φιλμικό προηγούμενο για παραγωγές τέτοιου τύπου και κόστους. Ο πρωταγωνιστής είναι σεξουαλικά ανίκανος, περιστοιχίζεται σκηνοθετικά από φαλλικά σύμβολα και σε μία απροσδόκητη σκηνή η ενεργητική, διεκδικητική ηρωίδα – ερωτικά διεγερμένη από την αρρενωπή επίδειξη εγκληματικότητας – επιχειρεί μάταια να προβεί σε πεολειχία. Η γλώσσα του σεναρίου είναι καθημερινή ενώ τα κίνητρα και το υπόβαθρο των χαρακτήρων υπονοούνται ή απεικονίζονται οπτικά, δεν εκφράζονται λεκτικά. Από κοινού με το κοφτό μοντάζ, τους συμπαθείς αντιήρωες (παρά τις δολοφονίες στις οποίες προβαίνουν περιστασιακά) και την ουδέτερη στάση των σεναριογράφων απέναντι στην παρανομία, οι τακτικές αυτές ήταν υπέρμετρα καινοτόμες και «ύποπτες» για το μεταπολεμικό χολιγουντιανό στουντιακό κύκλωμα – του μεγάλου θεάματος, της επιβεβαίωσης των «παραδοσιακών» συντηρητικών αξιών, της «διανόησης» του Μπρόντγουεϊ ή της προπαγάνδισης του πολιτικού κατεστημένου – το οποίο όμως είχε ήδη αρχίσει να καταρρέει.

Τρίτη, 1 Μαρτίου 2016

Κινηματογράφος: «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;» (1966)

ΠΟΙΟΣ ΦΟΒΑΤΑΙ ΤΗ ΒΙΡΤΖΙΝΙΑ ΓΟΥΛΦ;

«WHO'S AFRAID OF VIRGINIA WOLF?»




    Φλύαρο αλλά δυνατό δράμα δωματίου, με κοφτερή πρόζα, εκρηκτικές ερμηνείες και σχεδόν κλειστοφοβική ατμόσφαιρα. Ο σκηνοθέτης Μάικ Νίκολς μεταφέρει με το κινηματογραφικό του ντεμπούτο ένα πετυχημένο θεατρικό έργο της εποχής στη μεγάλη οθόνη και με τον δυναμισμό της κάμεράς του κατορθώνει να υπερβεί τις προφανείς καταβολές του σεναρίου. Τα σποραδικά κοντινά πλάνα στα πρόσωπα των πρωταγωνιστών Ρίτσαρντ Μπάρτον και Ελίζαμπεθ Τέιλορ (σύζυγοι στην ταινία αλλά και στην πραγματική ζωή), υποβοηθούμενα από την αδρή ασπρόμαυρη φωτογραφία και την κομψή χορογραφία της κάμερας καθώς παρακολουθεί τους ηθοποιούς να κινούνται, συμπληρώνουν το ακατάσχετο, βίαιο λεκτικό παραλήρημα των τεσσάρων κύριων χαρακτήρων – συμβατικών μεσοαστών του πνιγηρού ακαδημαϊκού περιβάλλοντος της Νέας Αγγλίας – κατά τη διάρκεια της μοναδικής, μα αλησμόνητης, κοινής τους νύχτας. Καθόλου τυχαία, ο φακός είναι απομακρυσμένος από τους ήρωες στις στιγμές της ηρεμίας και δυσάρεστα εγγύς στις – πολύ περισσότερες – στιγμές της συναισθηματικής καταιγίδας.

Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2015

Κινηματογράφος: «Το κόκκινο βιολί» (1998)

ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΒΙΟΛΙ

«THE RED VIOLIN»




    Η παράξενη ιστορία ενός ξεχωριστού βιολιού, της «τελειότερης ακουστικής μηχανής» που κατασκευάστηκε ποτέ, μα συνοδεύεται από μια επώδυνη κατάρα, μας ταξιδεύει από την Ιταλία του ύστερου Μπαρόκ μέχρι το σημερινό Μόντρεαλ, με ενδιάμεσους σταθμούς τη μετεπαναστατική Γαλλία, τη βικτωριανή Αγγλία και τη μαοϊκή Κίνα της Πολιτιστικής Επανάστασης. Δύο κεντρικές υποπλοκές αλληλοπλέκονται και περιβάλλουν ταυτοχρόνως αυτή την καλειδοσκοπική αφήγηση: η επεισοδιακή δημοπρασία του πολύτιμου βιολιού στο παρόν και η πρόγνωση των μελλούμενων από μία ταρομάντη υπηρέτρια προς τη σύζυγο (την Άννα) ενός διάσημου Ιταλού κατασκευαστή μουσικών οργάνων (του Μπουσότι) το 1681 – μία πρόγνωση που δεν αφορά τελικά την ίδια, αλλά το βιολί που κατασκεύασε και της αφιέρωσε ο αγαπημένος της κατά τη διάρκεια της μοιραίας εγκυμοσύνης της…

Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2015

Κινηματογράφος: «Οι άγριές μας μέρες» (1990)

ΟΙ ΑΓΡΙΕΣ ΜΑΣ ΜΕΡΕΣ

«DAYS OF BEING WILD»




    Το πρώτο σημαντικό φιλμ του Κινέζου σκηνοθέτη Γουόνγκ Καρ-Βάι, από την πρώιμη ακόμα περίοδό του, απομακρύνεται από το εμπορικό σινεμά του Χονγκ Κονγκ της εποχής (1990), οριοθετεί το ατμοσφαιρικό, μελαγχολικό ύφος του νέου τότε δημιουργού και διατηρεί ακόμα ανέπαφη τη μαγεία του, εν πολλοίς χάρη στην αξιομνημόνευτη διεύθυνση φωτογραφίας από τον Κρίστοφερ Ντόιλ. Η πλοκή επικεντρώνεται στον Γιορκ, έναν άστατο, ψυχρό, εγωκεντρικό, άεργο μα γοητευτικό εργένη του 1960, ανίκανο για δέσμευση, ο οποίος συνηθίζει να παρατά εύκολα τις γυναίκες αδιαφορώντας για τα πληγωμένα τους αισθήματα. Ενσαρκώνει «το πουλί που πετά διαρκώς και προσγειώνεται μόνο τη στιγμή που πεθαίνει», όπως ο ίδιος επαναλαμβάνει τακτικά. Η σχέση του με δύο ερωτικές του συντρόφους, η αντιπαλότητά του με τη θετή του μητέρα – μία ηλικιωμένη πόρνη πολυτελείας – και το μάταιο ταξίδι του στις Φιλιππίνες για να εντοπίσει τη βιολογική του μητέρα, τοποθετούνται σε πρώτο πλάνο. Στο φόντο, παρακολουθούμε τον ανεκπλήρωτο έρωτα δύο άλλων ανδρών, του καλύτερου φίλου του Γιορκ και ενός αστυνομικού του Χονγκ Κονγκ ο οποίος γίνεται ναυτικός και συναντά τυχαία τον ήρωα στις Φιλιππίνες, για τις δύο πληγωμένες ερωμένες του πρωταγωνιστή. Ωστόσο, η επεισοδιακή δομή, οι δυσάρεστοι χαρακτήρες και η υψηλή αποσπασματικότητα του σεναρίου αφαιρούν το ενδιαφέρον από τη σχεδόν αφαιρετική πλοκή του εγχειρήματος, μετατοπίζοντας μαεστρικά την προσοχή του θεατή στον διάχυτο ερωτισμό και στην αισθησιακή, κομψή, ρετρό σκιαγράφηση κάποιου άλλου τόπου και μιας άλλης εποχής, μέσα από έναν έντεχνο καμβά καθημερινών προσώπων και διασταυρούμενων οπτικών γωνιών.

Κυριακή, 6 Σεπτεμβρίου 2015

Τηλεόραση: «Ο Κύριος Ρομπότ» (2015 - )

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΡΟΜΠΟΤ

«MR. ROBOT»





    Ο Έλιοτ Άλντερσον (Ράμι Μάλεκ) είναι τα πρωινά ένας νεαρός υπάλληλος της Allsafe, μίας μεγάλης φίρμας ασφάλειας υπολογιστών – λαμπρό μυαλό και εξαιρετικά ταλαντούχος, αποτελεί τον πολυτιμότερο μηχανικό ασφαλείας στη Νέα Υόρκη. Τις νύχτες γίνεται ένας δεινός χάκερ, κάποιος που προσπαθεί κρυφά, με τον τρόπο του, να βελτιώσει τον κόσμο μας. Ο μοναχικός Έλιοτ, τρέμοντας παθολογικά την κοινωνική επαφή, έχει ως μοναδική φίλη τη συνάδελφό του Άντζελα. Μαζί της τον δένει μία τραγική εμπειρία: ο ταυτόχρονος θάνατος των γονέων τους όταν ήταν παιδιά, εξαιτίας μόλυνσης από τοξικά απόβλητα για την οποία υπεύθυνη ήταν η πανίσχυρη πολυεθνική εταιρεία E Corp. Κρυφά σχεδόν από όλους ο Έλιοτ είναι μορφινομανής, κάνει περιστασιακά σεξ με το βαποράκι του, τη Σέιλα, υποφέρει από παρανοϊκές παραληρητικές ιδέες, επισκέπτεται τακτικά μία ψυχίατρο και συνηθίζει να διεισδύει στα πιο ιδιωτικά μυστικά των άλλων χακάροντας τα δικτυακά τους προφίλ. Το βαθύτερό του όνειρο όμως, φαινομενικά μη πραγματοποιήσιμο, είναι να καταστρέψει την E Corp. Όταν η fsociety, μία ελίτ ομάδα αναρχικών κυβερνοακτιβιστών με επικεφαλής τον ημιπαράφρονα «Κύριο Ρομπότ» (Κρίστιαν Σλέιτερ) τον προσεγγίζει για να τον στρατολογήσει και να τον μυήσει στα μυστικά τους σχέδια, αποζητώντας να εκμεταλλευτούν τη στρατηγική του θέση στην Allsafe, ξαφνικά όλα μοιάζουν δυνατά – η E Corp είναι ο κύριος πελάτης της φίρμας. Η fsociety υπόσχεται πως τα χρέη όλων των πολιτών προς τις τράπεζες μπορούν να διαγραφούν και το κοντέρ των ταξικών διαιρέσεων να μηδενίσει, παρασύροντας την E Corp στον γκρεμό. Στον δρόμο τους βρίσκεται ο φιλόδοξος και αδίστακτος γιάπης Ταϊρέλ Ουέλικ, ένα ανώτατο στέλεχος της E Corp με προχωρημένες τεχνικές γνώσεις στην ασφάλεια υπολογιστικών συστημάτων.

Κυριακή, 25 Ιανουαρίου 2015

Κινηματογράφος: «Badlands» (1973)

BADLANDS

«BADLANDS»




    Σε μια επαρχιακή πόλη των ΗΠΑ της δεκαετίας του 1950, ένας νεαρός περιπλανώμενος άνεργος (Μάρτιν Σιν) συνάπτει ερωτική σχέση με την δεκαπεντάχρονη Χόλυ (Σίσι Σπέισεκ). Όταν ο δεσμός τους γίνεται αντιληπτός από τον λιγομίλητο, συντηρητικό πατέρα της, ο τελευταίος της απαγορεύει να ξαναδεί τον Κιτ. Οι δύο νέοι επιχειρούν να το σκάσουν μαζί και, κατά τη διάρκεια μιας συμπλοκής, ο Κιτ πυροβολεί θανάσιμα τον πατέρα της ερωμένης του. Με την Αστυνομία στο κατόπι τους διασχίζουν τις μεσοδυτικές ΗΠΑ αναζητώντας ασφαλές καταφύγιο και διαπράττοντας στην πορεία σωρεία φόνων, στην προσπάθειά τους να διαφύγουν τη σύλληψη. Με την απόπειρά τους για μοναχική ζωή εκτός πολιτισμού – στην καρδιά της φύσης – να αποδεικνύεται πλάνη, η τελική σύγκρουση με μια κοινωνία ομοιομορφίας είναι αναπόφευκτη.
    Το 1973, καταμεσής της εποχής του «Νέου Χόλιγουντ» που σάρωνε τον υπερατλαντικό κινηματογράφο αναβαθμίζοντας τον ρόλο του σκηνοθέτη ως καλλιτέχνη, ο νεαρός Τέρενς Μάλικ δημιούργησε με το ντεμπούτο του ένα μικρό κομψοτέχνημα σχεδόν μηδαμινού προϋπολογισμού, εμπνεόμενος από κάποιο αληθινό περιστατικό του 1957 και με μοντέλο το προγενέστερο Μπόνι και Κλάιντ. Το σενάριο είναι λιτό και οι διάλογοι απέριττοι – το φιλμ στηρίζεται κυρίως στους χαρακτήρες, στις εξαιρετικές ερμηνείες και στη σκηνοθεσία του. Εκείνος είναι πολυμήχανος, φιλόδοξος, όμορφος, αλλά απαίδευτος, κενός και αδιάφορος. Σέβεται τις δυνάμεις επιβολής του νόμου και την άρχουσα τάξη, μα πυροβολεί με το παραμικρό και ως μόνη προσβάσιμη οδό προς την «αναγνώριση» αντιλαμβάνεται το έγκλημα. Εγωκεντρικός και μοναχικός, έχει εμμονή με τον χρόνο που κυλά και τη φήμη που νομίζει πως πρέπει να αποκτήσει. Εκείνη είναι απλοϊκή, εξίσου κενή και βαριεστημένη, ζητώντας να καλύψει με οποιονδήποτε τρόπο τη μοναξιά και την ανία της. Προσκολλάται στον Κιτ και τον υπακούει, μα στην πραγματικότητα είναι αποστασιοποιημένη από τις περιπέτειες και τις αποφάσεις του. Αυτό που κατά βάθος αποζητά είναι να γνωρίσει τον κόσμο. Καθόλου τυχαία, όλη η ταινία είναι μία αναδρομική αφήγηση μέσω σπικάζ της Χόλι που παρεμβαίνει σποραδικά για να σχολιάσει τα δρώμενα εκτός πλάνου – από την αρχή γνωρίζουμε πως παρακολουθούμε μία προδιαγεγραμμένη τραγωδία με έναν μόνο επιζώντα.

Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2015

Κινηματογράφος: «Ερωτική επιθυμία» (2000)

ΕΡΩΤΙΚΗ ΕΠΙΘΥΜΙΑ

«IN THE MOOD FOR LOVE»




    Πρώτο έργο της ωριμότητας ενός σύγχρονου κινηματογραφικού δημιουργού της Κίνας, διεθνώς αναγνωρισμένο και πολυβραβευμένο (υποψήφιο για τον Χρυσό Φοίνικα στο φεστιβάλ των Καννών του 2000), η Ερωτική επιθυμία – μέσα σε περίπου μία ώρα και τριανταπέντε λεπτά – κατορθώνει να μαγέψει, να ταξιδέψει, να συγκινήσει και να εκπλήξει τον θεατή, με όχημα μία τετριμμένη ιστορία. Ένας άψογα στυλιζαρισμένος καμβάς προσώπων, στιγμών και καταπιεσμένων συναισθημάτων, επικεντρωμένος στο ταραχώδες, πνιγμένο απ’ τη βροχή και την πολυκοσμία Χονγκ Κονγκ της δεκαετίας του 1960 και στο ιδιωτικό δράμα δύο χαμηλών τόνων γειτόνων: ενός δημοσιογράφου και μίας γραμματέα, οι οποίοι συνειδητοποιούν πως οι – πάντα άφαντοι από το κάδρο – σύζυγοί τους διατηρούν κρυφό δεσμό. Οι πρωταγωνιστές αναπτύσσουν μία στενή, αμφίσημη πλατωνική σχέση και αντιμετωπίζουν τον σχολιασμό από τον συντηρητικό και φλύαρο κοινωνικό περίγυρο. Αδυνατούν όμως να παρατήσουν τις μοναχικές τους ζωές, να προχωρήσουν στο επόμενο βήμα και να υποκύψουν στην έλξη τους, περιοριζόμενοι στην από κοινού αναπαράσταση φανταστικών σεναρίων λεκτικής αντιμετώπισης των συζύγων τους. Κι όταν συναντιούνται κρυφά στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου, είναι για να συγγράψουν ένα μυθιστόρημα πολεμικών τεχνών – οι μόνες στιγμές όπου νιώθουν πραγματικά ευτυχισμένοι. Ο χρόνος και η απόσταση είναι που σβήνουν τελικά τον ανεκπλήρωτο πόθο, αφήνοντας μόνο το φορτίο της μνήμης να βαραίνει τον ήρωα, ξέχειλο από τα μυστικά μιας περασμένης εποχής.

Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2015

Κινηματογράφος: «Ο επαναστάτης του Αλκατράζ» (1967)

Ο ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΣ ΤΟΥ ΑΛΚΑΤΡΑΖ

«POINT BLANK»




    Ο «Οργανισμός», ένας επιχειρηματικός όμιλος των ΗΠΑ που διασυνδέεται με τον υπόκοσμο και κινείται στον χώρο του οργανωμένου εγκλήματος, αξιοποιεί το εγκαταλελειμμένο νησί του Αλκατράζ στα ανοιχτά του Σαν Φρανσίσκο – πρώην φυλακή υψίστης ασφαλείας – ως σημείο ανταλλαγής μεγάλων χρηματικών ποσών από παράνομες δραστηριότητες. Ο Γουόκερ (Λη Μάρβιν) βοηθά τον φίλο του Μαλ Ρηζ, μέλος του Οργανισμού που έχει περιπέσει σε δυσμένεια καθώς χρωστά δεκάδες χιλιάδες δολάρια στους εργοδότες του, να διεισδύσει στο Αλκατράζ, να αναχαιτίσει μία νυχτερινή ανταλλαγή και να κλέψει το διακινούμενο ποσό. Ο Μαλ όμως, διατηρώντας ερωτικό δεσμό με τη σύζυγο του Γουόκερ και έχοντας ανάγκη το σύνολο των κλοπιμαίων προκειμένου να ξεπληρώσει το χρέος του και να αναρριχηθεί εκ νέου στην ιεραρχία, πυροβολεί τον συνεργάτη του ώστε να σφετεριστεί το μερίδιό του και τον αφήνει στο νησί, θεωρώντας τον νεκρό. Ορισμένα χρόνια μετά ο Γουόκερ, έχοντας θαυματουργά κατορθώσει να επιζήσει και να διαφύγει, προσεγγίζεται από έναν μυστηριώδη άνδρα με ύποπτα καλή πληροφόρηση και αποδέχεται μία ξεχωριστή αποστολή: πρέπει να καταστρέψει τον Οργανισμό, να δολοφονήσει τους ηγέτες του, συμπεριλαμβανομένου του Ρηζ, και με την ευκαιρία να διεκδικήσει τα 93000 δολάρια που του εκλάπησαν...
    Αστυνομικό θρίλερ με σημαντικές επιρροές από το φιλμ νουάρ αλλά και από την – επίκαιρη το 1967 – γαλλική νουβέλ βαγκ, κυρίως ως προς τον αντισυμβατικό χειρισμό του φιλμικού χωροχρόνου και ήχου, τις απρόσμενες εκρήξεις βίας και τις απότομες αλλαγές ρυθμού και τόνου στην αφήγηση. Ο Επαναστάτης του Αλκατράζ είναι η πρώτη πραγματικά σημαντική ταινία του Τζον Μπούρμαν και μπορεί να ενταχθεί στο ανανεωτικό Νέο Χόλιγουντ, τη χρονιά που αυτό λάμβανε σάρκα και οστά στην υπερατλαντική κινηματογραφική σκηνή. Το πρώτο ημίωρο της ταινίας αγγίζει την ψυχεδέλεια, μέσα από διάσπαρτα τμήματα κατακερματισμένης και μη γραμμικής αφήγησης, αδιαφανή χρονικά άλματα, ονειρική αίσθηση, απρόσμενες γωνίες λήψης και σκηνοθετικά τρικ (π.χ. ο απειλητικός ρυθμικός ήχος από το ταχύ βάδισμα του Γουόκερ επικαλύπτει συνεχόμενα πολλαπλές διαφορετικές σκηνές εκτυλισσόμενες σε διαφορετικούς χώρους, ώσπου καταλήγει στο βίαιο σπάσιμο της πόρτας του σπιτιού όπου διαμένει η πρώην σύζυγός του). Στη συνέχεια βεβαίως το φιλμ «εξομαλύνεται», με σποραδικές μόνο δόσεις παραισθητικής ποιότητας. Στυλιζαρισμένο, βίαιο και γοητευτικό, τοποθετεί τον ψυχρό και σκληροτράχηλο ήρωα σε μια παράλογη αποστολή (όπως του λένε προσπαθεί «να διαλύσει αυτή τη γιγάντια οργάνωση για ένα ασήμαντο ποσό 93000 δολαρίων») κάτω από την οποία κρύβεται απλή και καθαρή εκδίκηση. Ο συναισθηματικά ισοπεδωμένος χαρακτήρας του Γουόκερ και η ερμηνεία του Μάρβιν είναι στο επίκεντρο διατηρώντας σταθερό το ενδιαφέρον του θεατή, ακόμα και στα σημεία όπου η πλοκή μοιάζει να χωλαίνει, ενώ χάρη σ’ αυτόν οι πιο σουρεαλιστικές στιγμές (π.χ. ο καυγάς στο πολύχρωμο νυχτερινό κλαμπ με τη συνοδεία των φανκ κραυγών του τραγουδιστή) πετυχαίνουν να διατηρήσουν μια ισορροπία μεταξύ στυλιζαρίσματος και εύπεπτης αφήγησης.

Πέμπτη, 22 Ιανουαρίου 2015

Κινηματογράφος: «Δαιμονισμένος άγγελος» (1987)

ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΕΝΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ

«ANGEL HEART»




    Νέα Υόρκη, 1955. Ο Χάρι Έιντζελ (Μίκι Ρουρκ) είναι ένας ιδιωτικός ντετέκτιβ για «ελαφρές» υποθέσεις – όχι πολύ πετυχημένος, όχι ιδιαίτερα ριψοκίνδυνος, μονίμως σε οικονομική στενότητα, ενδιαφερόμενος περισσότερο για καπνό, γυναίκες και ποτό παρά για τη δουλειά του. Όμως μία μεγάλη νομική φίρμα τον προσλαμβάνει για λογαριασμό ενός ιδιόρρυθμου, μυστικοπαθή μεγιστάνα, του Λούι Σάιφερ (Ρόμπερτ ντε Νίρο), προκειμένου να εντοπίσει έναν προπολεμικό τραγουδιστή ο οποίος πριν από πολύ καιρό επιστρατεύτηκε, τραυματίστηκε στο κεφάλι και επέστρεψε σε κώμα από τα ευρωπαϊκά μέτωπα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου – τον Τζόνι Φέιβοριτ. Ο Τζόνι υποτίθεται πως είναι εδώ και μια δωδεκαετία κατάκοιτος σε νοσοκομείο βετεράνων, αλλά ο Σάιφερ έχει λόγους να πιστεύει πως αυτό δεν αληθεύει και ότι κάποιος τον εξαπατά. Ο Χάρι, παρά το άσχημο προαίσθημα για το δυσερμήνευτο ενδιαφέρον του πελάτη του σχετικά με τον άτυχο τραγουδιστή, δέχεται να ερευνήσει εξαιτίας της υψηλής αμοιβής. Μία φαινομενικά απλή υπόθεση εξαφάνισης θα τον οδηγήσει από τους μουντούς δρόμους της Νέας Υόρκης στους βάλτους της Λουιζιάνα και θα τον εμπλέξει με αποκρυφιστικούς κύκλους σατανιστών και πιστών του βουντού. Ταυτοχρόνως, τα πτώματα μαρτύρων και ανθρώπων σχετικών με την εξαφάνιση του Τζόνι συσσωρεύονται μυστηριωδώς γύρω του, με τον ίδιο να καταλήγει κύριος ύποπτος της Αστυνομίας.
    Οι Πάρκερ, Ρουρκ και ντε Νίρο, στην εποχή που βρίσκονταν και οι τρεις στο απόγειο της καριέρας τους, συνεργάστηκαν σ’ αυτή την αφηγηματικά υποδειγματική μείξη στυλιζαρισμένου, μακάβριου και υποβλητικού υπερφυσικού θρίλερ μυστηρίου, ταινίας τρόμου και φιλμ νουάρ. Με πλούσια πλοκή στηριγμένη σε μυθιστόρημα, ο Δαιμονισμένος άγγελος ποντάρει στην ύφανση μίας πυκνής, απειλητικής ατμόσφαιρας και στην αποπλάνηση του θεατή από το καλά δομημένο μυστήριο με τις απανωτές ανατρωπές. Παρά τις απλόχερες ενδείξεις περί του τι πράγματι συμβαίνει, ήδη από νωρίς, η πλοκή παρασύρει άκοπα τον θεατή χάρη στη μαεστρία του σκηνοθέτη και το γοητευτικό κλίμα. Τελικός στόχος όμως είναι εμφανώς η πρόκληση του σοκ: σατανισμός, νοσηρός ερωτισμός, εξωτικός αισθησιασμός, αιμομειξία, σπλάτερ και γκραν γκινιόλ, εκτροχιάζουν γρήγορα ένα αρχετυπικό αστικό παραμύθι σκλητροτράχηλου νουάρ με αναξιόπιστο αφηγητή.

Τρίτη, 20 Ιανουαρίου 2015

Κινηματογράφος: «Γκόθικ» (1986)

ΓΚΟΘΙΚ

«GOTHIC»




    Το καλοκαίρι του 1816 ο αυτοεξόριστος, ιδιόρρυθμος Βρετανός ποιητής του ρομαντισμού Λόρδος Βύρων – διαβόητος για τον έκλυτο βίο και τις αμφιφυλοφιλικές του τάσεις – φιλοξενεί στο μέγαρό του επί της Λίμνης της Γενεύης στην Ελβετία το νεαρό ζεύγος Πέρσυ και Μαίρη Σέλλεϋ, καθώς και τη χυμώδη ετεροθαλή αδελφή της Μαίρη ονόματι Κλαιρ η οποία παλαιότερα είχε δεσμό μαζί του. Στον κύκλο αυτό των επίδοξων λογοτεχνών (ο Πέρσυ ήταν ήδη αναγνωρισμένος ρομαντικός ποιητής) συμμετείχε και ο προσωπικός ιατρός του Λόρδου, ο Τζον Πολιδόρι. Κατά τη διάρκεια μιας θυελλώδους καλοκαιρινής νύχτας, οι πέντε αριστοκράτες θα διασκεδάσουν καταναλώνοντας αλκοόλ και όπιο, επιδιδόμενοι σε όργια και επινοώντας ο καθένας από μία ιστορία τρόμου. Όμως ο αθώος λογοτεχνικός διαγωνισμός θα καταλήξει σε εφιάλτη, αφού η παιγνιώδης πνευματιστική τους απόπειρα να καλέσουν τους νεκρούς με αλχημικές μεθόδους όχι μόνο θα εγείρει ένα υπερφυσικό πλάσμα «φτιαγμένο από τους χειρότερους φόβους τους» το οποίο θα στοιχειώσει το μέγαρο, αλλά θα φέρει στην επιφάνεια και τα πάθη πίσω από τις μεταξύ τους σχέσεις...
    Ευφάνταστη ταινία φρίκης η οποία επιχειρεί να δραματοποιήσει ένα πραγματικό περιστατικό, έναν ιδιωτικό λογοτεχνικό διαγωνισμό που παρήγαγε τον Φρανκενστάιν της Μαίρη Σέλλεϋ (1818) – το πασίγνωστο μυθιστόρημα που αναδύθηκε από τη γοτθική και ρομαντική παράδοση του τρόμου, για να αποτελέσει το πρώτο δείγμα λογοτεχνίας επιστημονικής φαντασίας – καθώς και τον Βρικόλακα του Πολιδόρι (1819), το πρώτο διήγημα τρόμου με βαμπιρική θεματολογία. Το σενάριο συμπιέζει γεγονότα μηνών σε ένα 24ωρο και τα εμβολιάζει με γερές δόσεις φανταστικού, μετασχηματίζοντάς τα σε ασυγκράτητη σουρεαλιστική φαντασίωση: στο δεύτερο ήμισυ της διάρκειας του φιλμ, οι πέντε συγγραφείς έχουν εν αγνοία τους κλητεύσει έναν δαίμονα που προκαλεί παραφροσύνη και καταδιώκονται από αυτόν. Συνεχείς αναφορές στην πλοκή και στους χαρακτήρες του Φρανκενστάιν υπαινίσσονται ότι τα εν λόγω γεγονότα υπήρξαν η πηγή έμπνευσης του μυθιστορήματος, που ως γνωστόν αφορά την ύβρη και την τιμωρία ενός επιστήμονα ο οποίος ζωοδότησε ένα κτηνώδες ανθρωπόμορφο πλάσμα συναρμολογημένο από τα μέλη πτωμάτων. Ακόμα τακτικότερες είναι οι λεπτές αναφορές του σεναρίου – μέσω διαλόγων, ονείρων ή εμμονών – σε αληθινές λεπτομέρειες του βίου και των κοινωνικών σχέσεων των πέντε αυτών υπαρκτών προσώπων: από την εικονιζόμενη απέχθεια του Βύρωνα για τις βδέλλες, μέχρι τα οράματα της Μαίρη για το νεκρό βρέφος της, την εγκυμοσύνη της Κλαιρ από τον Βύρωνα και τον σκανδαλώδη παλαιότερο έρωτα του τελευταίου για την ετεροθαλή αδελφή του Αυγούστα. Οι αμφιφυλοφιλικές τάσεις των τριών ανδρών πρωταγωνιστών, συνοδευόμενες από θρησκευτικής ρίζας ενοχές στην περίπτωση του Πολιδόρι και από μισογυνισμό στην περίπτωση του κινηματογραφικού Βύρωνα, αποτελούν ακόμα ένα επικρατές συστατικό του σεναρίου. Τέλος, το εγχείρημα μοιάζει πλήρως εναρμονισμένο αισθητικά με τα νεκροφιλικά και μακάβρια μοτίβα του σκοτεινού ρομαντισμού της εποχής.

Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2015

Λογοτεχνία: «Γιατί σκότωσα την καλύτερή μου φίλη» (2003)

ΓΙΑΤΙ ΣΚΟΤΩΣΑ ΤΗΝ ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΜΟΥ ΦΙΛΗ



«    Οι σοσιαλιστές κυβερνούν ακόμα τη χώρα, μας έφτιαξαν μετρό και μερικές κεντρικές αρτηρίες για να το βουλώσουμε. Δεν το βάλαμε κάτω: σχεδιάσαμε αφίσες για την κατάληψη της Αττικής Οδού. Βάψαμε τις προσόψεις μερικών τραπεζών με φλούο χρώματα. Μερικοί νομίζουν ακόμα ότι αστειευόμαστε. Ότι μια επανάσταση που βασίζεται σε χρώματα, μουσική και απαιτήσεις για καλύτερη ζωή είναι παιδαριώδης. Παράξενα χρόνια για αντίδραση στην Ελλάδα: το κεφάλαιο ήταν πολύ φρέσκο, τα εύκολα λεφτά ξελόγιαζαν ανθρώπους. Έτσι αρχίσαμε να συμμετέχουμε σε πορείες διαμαρτυρίας χορτασμένων χωρών που ήξεραν καλύτερα τι σημαίνει να πνίγεσαι στα λεφτά. Το ’98, στη συνάντηση κορυφής της Γενεύης, ο Καγιό με μερικούς άλλους αναποδογύρισε τη Μερσεντές του διευθυντή της Γενικής Τράπεζας και περάσαμε δύο βράδια στο κρατητήριο. Το ’99 στριμωχτήκαμε σ’ ένα πούλμαν επί μέρες μόνο και μόνο για να σφίξουμε τα χέρια των Ζαπατίστας, των μελών του ινδικού KRRS, των ακτημόνων του Μπαγκλαντές, που διαμαρτύρονταν για τα χρέη του Τρίτου Κόσμου, τα γενετικά μεταλλαγμένα τρόφιμα και την αποικιοποίηση του Νότου. Τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς πήγαμε στη Νιγηρία για να φωνάξουμε συνθήματα εναντίον των πετρελαϊκών εταιρειών, για να υποδεχτούμε μαζί με χιλιάδες λαό τον Όουεν Ουίουα που είχε εκδιωχθεί από τον δικτάτορα στρατηγό Άμπακα και γύριζε πλέον στην πατρίδα του. Μετά από πολλούς δισταγμούς πήγα στην Ικέτζα, βρήκα το πατρικό μου, το έδειξα στον Καγιό. Χαζέψαμε για λίγο τα λευκά παιδάκια που παίζαν στην αυλή. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.
    Πέντε μήνες αργότερα ήταν το Σιάτλ. Ο Καγιό κι εγώ ξερνούσαμε αγκαλιά στα οδοφράγματα. Ποτέ δεν είχαμε εισπνεύσει τόσα δακρυγόνα. Ήταν όμως μια ιδανική στιγμή, χωρίς κεντρικές επιτροπές, αρχηγούς, δόγμα. Από μέσα μου έλεγα “να που γίνεται, Άννα, να που γίνεται.” Αδύνατον να ακολουθήσω τις τελευταίες της συμβουλές. Να ζήσω σαν αμοιβάδα.
»



    Δύο κοπέλες της μεσαίας τάξης μα διαφορετικών καταβολών, ξένες και οι δύο στη μεταπολιτευτική Αθήνα του 1976, γνωρίζονται τυχαία στο σχολείο τους και συνάπτουν μία επώδυνη φιλία δεκαετιών. Η όμορφη, εξωστρεφής, εγωκεντρική, κτητική και απαιτητική Άννα, μια γεννημένη «αρχηγός» που έχει ανάγκη χειροκροτητές, είναι κόρη αριστερών διανοούμενων που επέστρεψαν στην Ελλάδα από το Παρίσι μετά την πτώση της Χούντας. Η πιο συγκρατημένη και χαμηλών τόνων αφηγήτρια Μαρία, μια γεννημένη «οπαδός» που χρειάζεται οράματα και πρότυπα προς μίμηση, είναι κόρη στελέχους πετρελαϊκής εταιρείας που η οικογένειά της μόλις επέστρεψε από τη Νιγηρία. Στον παροντικό χρόνο της αφήγησης, το 2002, οι δύο κάποτε αχώριστες φίλες ξαναβρίσκονται τυχαία ύστερα από επτά χρόνια χωρίς επαφή, μετά από ένα τραυματικό γεγονός που διέκοψε τη σχέση τους. Η Μαρία τώρα είναι ζωγράφος, πολιτική ακτιβίστρια και συγκατοικεί με έναν Γάλλο ομοφυλόφιλο στα Εξάρχεια, ενώ οι γονείς της την πιέζουν να κάνει οικογένεια. Η Άννα έχει εγκαταλείψει την πολιτική, έχει παντρευτεί έναν πάμπλουτο αρχιτέκτονα και, καλά προσαρμοσμένη πλέον στη μεγαλοαστική ζωή, μόλις επέστρεψε στην Αθήνα από τη Γαλλία. Η συνάντησή τους θα ξετυλίξει το παρελθόν και θα απελευθερώσει απωθημένα συναισθήματα, με φόντο κοινωνικές αναταράξεις στην ασθμαίνουσα «ισχυρή Ελλάδα» του «Εκσυγχρονισμού».
    Δια χειρός Αμάντας Μιχαλοπούλου, φιλολόγου της γαλλικής με το λογοτεχνικό της ντεμπούτο στη δεκαετία του 1990, έχουμε ένα σύγχρονο, «γυναικείο» μυθιστόρημα του 2003, όχι «φιλόδοξο», όχι «πειραματικό», μα απολύτως ενδιαφέρον. Σε πρώτο πλάνο, η πανίσχυρη μα αντιφατική σχέση αλληλεξάρτησης και αλληλοσπαραγμού, αγάπης και φθόνου, στοργής και ανταγωνισμού, μεταξύ δύο «καλύτερων φιλενάδων», από τα παιδικά τους χρόνια ως τον ενήλικο βίο. Στη φιλία αυτή, τέχνη, πολιτική και συναισθήματα συναρθρώνονται σε ένα εύφλεκτο μείγμα. Το υπόβαθρο είναι μία νεοελληνική εικοσιπενταετία Μεταπολίτευσης, από την πρώτη, καραμανλική εποχή της παλινορθωμένης «δημοκρατίας», όταν ένα ακόμα ζωντανό εργατικό κίνημα χαροπάλευε στα θολά νερά μεταξύ μαρξισμού και σοσιαλδημοκρατίας, ποντάροντας τελικά στο νεαρό ΠΑΣΟΚ ως εγγυητή της κοινωνικής ομαλότητας, μέχρι την περίοδο του σημιτικού Εκσυγχρονισμού και του ολοκαίνουργιου μετρό των Αθηνών, όταν το ανέκδοτο είχε πλέον πάψει από καιρό να είναι αστείο και η τηλεοπτική εικόνα της «εξευρωπαϊσμένης», ολυμπιακής μητρόπολης άτσαλα έκρυβε χιλιάδες τραγωδίες. Η συγγραφέας, ασχέτως των προσωπικών της θέσεων, εκμεταλλεύεται ένα εύρος ριζοσπαστικών αναφορών κυμαινόμενων από τις μαχητικές εγχώριες διαδηλώσεις του ‘70 ως το Σιάτλ του ’99, από τον Μάνο Λοΐζο μέχρι τον Μάρεϋ Μπούκτσιν, από τον Ζαν Πωλ Σαρτρ ως τον Κορνήλιο Καστοριάδη και από τους καταστασιακούς του Γαλλικού Μάη ως τον σύγχρονο μεταριστερό και εξεγερτικό αναρχισμό. Έτσι, αξιοποιεί τους χαρακτήρες και τις διασταυρούμενες προσωπικές διαδρομές τους ως όχημα τόσο για να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς με το παλιό που ξεψυχά, όσο και για να εισαγάγει τον αναγνώστη στο καινούργιο που αχνά προβάλλει. Όμως οι εποχές έχουν αλλάξει, οι παλιοί ρόλοι έχουν ανατραπεί και το φινάλε, με φόντο μια μυθοπλαστική εξέγερση τοπικής κοινωνίας, θα δώσει οριστικά στην ώριμη ενηλικίωση το σκούρο χρώμα του αίματος.

Κυριακή, 25 Μαΐου 2014

Κινηματογράφος: «Ζωντανή μετάδοση» (1998)

ΖΩΝΤΑΝΗ ΜΕΤΑΔΟΣΗ

«THE TRUMAN SHOW»




    Ο Τρούμαν Μπέρμπανκ (Τζιμ Κάρεϊ) είναι ένας αξιαγάπητος, τριαντάχρονος ασφαλιστής σε ένα νησί των ΗΠΑ (Σιχέιβεν), παντρεμένος με μία γυναίκα που δεν αγαπά (Λώρα Λίνεϊ). Η τραυματική παιδική εμπειρία του πνιγμού του πατέρα του, όταν ο ίδιος ήταν δώδεκα χρονών, του κληροδότησε μία φοβία απέναντι στη θάλασσα, με αποτέλεσμα να του είναι αδύνατο να εγκαταλείψει τη μητρική του πόλη. Το κρυφό του όνειρο όμως είναι να επισκεφθεί τα νησιά Φίτζι, εκεί όπου υποτίθεται πως μετακόμισε η μοναδική γυναίκα που πραγματικά ερωτεύτηκε, αμέσως πριν τον γάμο του. Αυτό που ο Τρούμαν δεν γνωρίζει, είναι πως όλη του η ζωή είναι πλαστή, κατασκευασμένη, ένα εξαιρετικά επιτυχημένο τηλεπαιχνίδι ριάλιτι το οποίο προβάλλεται επί τρεις δεκαετίες στην τηλεόραση, με μοναδικό πρωταγωνιστή τον ίδιο. Χιλιάδες κρυφές κάμερες καταγράφουν διαρκώς την καθημερινότητά του, όλο το Σιχέιβεν δεν είναι παρά ένα γιγάντιο, κλειστό σκηνικό στο Χόλιγουντ και οι πάντες γύρω του είναι ηθοποιοί. Όλα τα καταναλωτικά αγαθά είναι διαφημιστικά δείγματα τοποθέτησης προϊόντων που εξασφαλίζουν μυθικά έσοδα στην παραγωγή, ενώ όλο το περιβάλλον του περιστρέφεται διακριτικά γύρω από τη δική του ασφάλεια και ευημερία. Εν αγνοία του ήρωα, τα πάντα – ακόμα και τα καιρικά φαινόμενα – ελέγχονται από τον απόμακρο δημιουργό του τηλεπαιχνιδιού, τον σκηνοθέτη Κριστόφ (Εντ Χάρις). Όταν ωστόσο μια μέρα ο Τρούμαν βλέπει στιγμιαία τον πατέρα του ολοζώντανο μπροστά του, η φύση της πλάνης του θα αρχίσει να διακρίνεται.
    Βασισμένος σε σενάριο του Άντριου Νίκολ, σκηνοθέτη του Γκάτακα (1997), ο Πίτερ Γουίαρ υλοποίησε ένα πρωτοποριακό φιλμ το οποίο συνθέτει στοιχεία κωμωδίας, δράματος και επιστημονικής φαντασίας, πατώντας σε μία όχι τόσο πρωτότυπη αλλά οπωσδήποτε γοητευτική ιδέα. Εν έτει 1998, το μεγαλύτερο μέρος του κοινού και των κριτικών εστίασε την προσοχή του στην απρόσμενη ερμηνεία του Τζιμ Κάρεϊ, γνωστού ως τότε για αποκλειστικά κωμικούς ρόλους, στο ειρωνικό λογοπαίγνιο του ονόματος Τρούμαν (= «αληθινός άνθρωπος»), στην προβληματική της απώλειας κάθε ιδιωτικότητας μέσω της νέας τεχνολογίας και στην προφητική κριτική του σεναρίου για τα ΜΜΕ και τον έλεγχο που ασκούν στις μάζες και στα άτομα, σε μία εποχή όπου τα τηλεπαιχνίδια ριάλιτι ακόμα δεν είχαν καλά-καλά ξεκινήσει να προβάλλονται. Στην πραγματικότητα όμως η ταινία είναι πολύ πιο πολυδιάστατη, με τον πανόπτη ηγέτη Κριστόφ να παρομοιάζεται εμφανώς με τον Θεό και τον Τρούμαν να μοιάζει τόσο με αργά αφυπνιζόμενο μύστη που φτάνει στη «φώτιση» για να κατανοήσει την πλάνη της αντιληπτής πραγματικότητας, όσο και με έφηβο που επιζητά απεγνωσμένα να οικοδομήσει μία αυθεντική ατομική ταυτότητα έξω από τα παραδεδομένα οικογενειακά πρότυπα. Εγκλωβισμένος στις συμβάσεις ενός ανιαρού επαγγέλματος και ενός συμβατικού γάμου, νιώθει ένα κενό νοήματος και αποφασίζει να ρισκάρει τα πάντα για να το καλύψει, ενόσω η γλυκερά «ειδυλλιακή» κοινότητα του Σιχέιβεν, που παραπέμπει εικαστικά στο στερεοτυπικό ευημερές προάστιο του «αμερικανικού ονείρου» των μεταπολεμικών μεσαίων τάξεων της Δύσης, αποδεικνύεται μία καλοστημένη προσομοίωση με στόχο τη χειραγώγηση, ένα κατασκευασμένο, πλαστό κοινωνικό περιβάλλον που δυναστεύει και αλλοτριώνει το άτομο κατ’ επιταγή των ισχυρών.

Κινηματογράφος: «Ο δικηγόρος του Διαβόλου» (1997)

Ο ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ

«THE DEVIL'S ADVOCATE»




    Ο Κέβιν Λόμαξ (Κιάνου Ριβς) είναι ένας εξαιρετικά επιτυχημένος συνήγορος υπεράσπισης της Φλόριντα, ειδικευμένος στο να αθωώνει ενόχους έναντι αδράς αμοιβής. Όταν μία μεγάλη δικηγορική φίρμα από τη Νέα Υόρκη με διεθνή πελατεία και ιδρυτή τον πανίσχυρο Τζον Μίλτον (Αλ Πατσίνο) τον προσλαμβάνει σε μία θέση κύρους υψηλά στην ενδοεταιρική ιεραρχία, ο Κέβιν και η νεαρή του σύζυγος (Σαρλίζ Θερόν) μετακομίζουν στη μεγαλούπολη, παρά τις αντιρρήσεις της θρησκόληπτης μητέρας του που τον μεγάλωσε μόνη της. Ο Κέβιν έχει την προσοχή και την εμπιστοσύνη του Μίλτον, αλλά πρέπει να αποδείξει την αξία του αναλαμβάνοντας μία δύσκολη υπόθεση δολοφονίας με κατηγορούμενο έναν μεγάλο εργολάβο της Νέας Υόρκης. Ενώ βυθίζεται στη δουλειά και η σύζυγός του αρχίζει να καταρρέει ψυχολογικά βιώνοντας παραισθήσεις και προβλήματα γονιμότητας, ο Κέβιν συνειδητοποιεί όχι μόνο πως κάτι ύποπτο συμβαίνει με τη φίρμα και με τον μέντορά του και ιδρυτή της, αλλά και ότι ο ίδιος είναι πολύ πιο στενά συνδεδεμένος μαζί της απ’ όσο νόμιζε, με δεσμούς κινούμενους στα όρια του υπερφυσικού.
    Ο Δικηγόρος του Διαβόλου είναι μία ταινία που παρουσιάζει αρκετές ομοιότητες με το ισπανικό Άνοιξε τα μάτια του ίδιου έτους. Όπως κι εκείνο, μπορεί να γίνει αντιληπτό ως φιλμ με περιεχόμενο δομημένο σε πολλαπλά επίπεδα. Σε πρώτο πλάνο, έχουμε ένα ηθικολογικό υβρίδιο υπερφυσικού και δικαστικού θρίλερ που, με αφηγηματικό όχημα το επάγγελμα του δικηγόρου, στηλιτεύει απλοϊκά τη γιάπικη απληστία, ματαιοδοξία και έλλειψη φραγμών εμπρός στο κέρδος, ενώ εξυμνεί την ελεύθερη βούληση και τη δυνατότητα του ατόμου να επιλέξει τη δική του οδό. Από αυτή τη σκοπιά, η αλληγορία είναι οδυνηρά προφανής και η μηδενική υπαινικτικότητα πλήττει θανάσιμα το περιεχόμενο. Σε δεύτερο επίπεδο, πρόκειται απλώς για μία συρραφή δανείων από παλαιότερες κινηματογραφικές παραγωγές, όπως το Μωρό της Ρόζμαρι (1968), ο Δαιμονισμένος άγγελος (1987), η Γουόλ Στριτ (1987) και η Φίρμα (1993). Σε τρίτο επίπεδο, ωστόσο, το εγχείρημα συγχρονίστηκε άψογα με τον παλμό της εποχής και την αλυσίδα ταινιών «φιλοσοφικής συνωμοσίας» οι οποίες πραγματεύονταν ζητήματα πλαστής ή ελλιπούς μνήμης, ετεροκαθορισμένης ταυτότητας, κατακερματισμένης προσωπικότητας και ψευδαισθητικής πραγματικότητας (Το παιχνίδι και Άνοιξε τα μάτια το 1997, Ζωντανή μετάδοση και Σκοτεινή πόλη το 1998, Η έκτη αίσθηση, eXistenZ, Fight Club και Μάτριξ το 1999, Μεμέντο και American Psycho το 2000). Η οντολογική αμφιβολία, οι εναλλακτικές πραγματικότητες, η σταδιακή διάβρωση του «αντικειμενικού», συμβατικά αποδεκτού εξωτερικού κόσμου και η σκιαγράφηση του μητροπολιτικού αστικού τοπίου – απόλυτης ενσάρκωσης της νεωτερικότητας – ως φορέα εγκλεισμού και διαφθοράς, φέρνουν στο προσκήνιο το υπαρξιακό άγχος μίας επίπλαστα ευημερούσας μετανεωτερικής Δύσης, ελάχιστα πριν την αλλαγή της χιλιετίας. Δεν είναι σύμπτωση το ότι τόσο εδώ όσο και στο Άνοιξε τα μάτια εμφανίζεται πρακτικά η ίδια σκηνή, αυτή της απόκοσμα και απρόσμενα κενής μεγαλούπολης με τον πρωταγωνιστή να περιφέρεται στις λεωφόρους της σαστισμένος, ως ένδειξη του ανωτέρου κλίματος και σύμβολο της ψυχικής κενότητας του νεωτερικού homo economicus.

Σάββατο, 24 Μαΐου 2014

Κινηματογράφος: «Άνοιξε τα μάτια» (1997)

ΑΝΟΙΞΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ

«ABRE LOS OJOS»




     Ο 25χρονος Σεζάρ, ορφανός αλλά πλούσιος και γοητευτικός κληρονόμος μίας αλυσίδας εστιατορίων στη Μαδρίτη, απολαμβάνει αμέριμνα την άνετη ζωή και τη σημαντική επιτυχία του στις γυναίκες. Το κύριο πρόβλημά του τον τελευταίο καιρό είναι η προσκόλληση επάνω του της Νούρια, μίας πρόσφατης γνωριμίας με την οποία έκανε έρωτα δύο φορές αλλά γνωρίζει ελάχιστα. Όταν στο πάρτι γενεθλίων του η Νούρια εισβάλλει απρόσκλητη και τον παρενοχλεί, ο Σεζάρ χρησιμοποιεί ως μέσον διαφυγής τη γλυκιά ηθοποιό Σοφία – τη νέα φιλενάδα του καλύτερου φίλου του Πελάγιο. Πολύ γρήγορα, οι δυο τους εγκαταλείπουν το πάρτι, τη Νούρια και τον Πελάγιο για να περάσουν μία ευχάριστη νύχτα στο σπίτι της ηθοποιού. Ο Σεζάρ πιστεύει ότι η Σοφία είναι ο έρωτας της ζωής του – το επόμενο όμως πρωινό η Νούρια, σε μία έκρηξη ζήλειας, θα επιχειρήσει να τον δολοφονήσει και ταυτόχρονα να αυτοκτονήσει. Επιτυγχάνει μόνο το δεύτερο, αλλά ο Σεζάρ επιβιώνει με πρόσωπο παραμορφωμένο πολύ πέρα από τις δυνατότητες επέμβασης της πλαστικής χειρουργικής. Η Σοφία επιστρέφει στον Πελάγιο και ο Σεζάρ βλέπει τον κόσμο του να γκρεμίζεται. Ξαφνικά, ύστερα από κάποιο χρονικό διάστημα, όλα αλλάζουν προς το καλύτερο: η ιατρική ομάδα η οποία τον επέβλεπε κατορθώνει να επαναφέρει την εμφάνισή του με νέες χειρουργικές μεθόδους, ενώ η Σοφία παρατά τον Πελάγιο και συνάπτει δεσμό μαζί του. Η ευτυχία ωστόσο δεν διαρκεί πολύ: παράδοξα παραισθητικά συμβάντα, διπλοπροσωπίες, κενά μνήμης και η εικόνα της Νούρια στοιχειώνουν σύντομα τον Σεζάρ, ώσπου βρίσκεται κατηγορούμενος για φόνο – το όνειρο έχει μετατραπεί σε εφιάλτη...
    Σε πρώτο επίπεδο έχουμε ένα θρίλερ με απροκάλυπτα ηθικολογική βάση, μια όχι πολύ διακριτική διδακτική παραβολή περί ματαιοδοξίας. Το εγωκεντρικό, ρηχό και όμορφο πλουσιόπαιδο χάνει σε μία στιγμή τη γοητεία του και νιώθει την αξία της ζωής του να εκμηδενίζεται, όσο «η γυναίκα της ζωής του» απομακρύνεται ταχύτατα. Μέσω του πλούτου του διορθώνει την κατάσταση, όμως πρέπει να πληρώσει το τίμημα. Σε δεύτερο επίπεδο, πρόκειται για μία απλή μεταφορά όπου η εσωτερική ασχήμια της προσωπικότητας του εγωιστή Σεζάρ αντανακλάται στην εξωτερική του φυσική παραμόρφωση, φέρνοντας στην επιφάνεια την ασυνείδητη απέχθεια του ίδιου για τον χαρακτήρα του και οδηγώντας τον στην παραφροσύνη, όσο η αντιληπτή πραγματικότητα αρχίζει να μοιάζει με παράδοξο εφιάλτη.

Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου 2013

Κινηματογράφος: «Fight Club» (1999)

FIGHT CLUB

«FIGHT CLUB»




    Σε μια ανώνυμη μεγαλούπολη των σύγχρονων ΗΠΑ, ο εξίσου ανώνυμος, εργένης, τριαντάχρονος πρωταγωνιστής (Έντουαρντ Νόρτον) εργάζεται ως στέλεχος σε μεγάλη αυτοκινητοβιομηχανία, υπεύθυνος για αποφάσεις ανάκλησης ελαττωματικών οχημάτων με βάση τον λόγο… κόστους προς φονικότητα. Πάσχοντας από αϋπνία και ανικανοποίητος με τη συμβατική ζωή του, ακολουθεί μία ιατρική συμβουλή και παρακολουθεί στον ελεύθερο χρόνο του ομάδες αλληλοϋποστήριξης καρκινοπαθών, αλκοολικών, ανάπηρων κλπ., υποκρινόμενος ότι συμπάσχει μαζί τους. Αντικρίζοντας μία φρίκη πολύ χειρότερη από το εσωτερικό του κενό, οι αϋπνίες του θεραπεύονται – ώσπου γνωρίζει στις ομάδες υποστήριξης τη λούμπεν νευρωτική Μάρλα (Έλενα Μπόναμ Κάρτερ), εξίσου υποκρίτρια μ’ αυτόν. Αδυνατώντας να απολαύσει πλέον τον πόνο των άλλων, αφού «δεν είναι ο μόνος τουρίστας εκεί», επιστρέφει στην τυρρανική κατάσταση της μόνιμης αϋπνίας. Μέχρι την ώρα που γνωρίζει τον Τάιλερ Ντέρντεν (Μπραντ Πιτ), έναν περιθωριακό, αινιγματικό άνδρα με επάγγελμα την παρασκευή σαπουνιού, αναρχικές ιδέες, μια ροπή προς τη φυσική βία και μία ασίγαστη οργή για την εκθήλυνση του άνδρα στη σύγχρονη δυτική κοινωνία…
    Ύστερα από το πρώιμο Παιχνίδι του 1997, ο Ντέιβιντ Φίντσερ υπογράφει ξανά μία ταινία με θέμα μία καθολική «επιστημολογική συνωμοσία», εξαιτίας της οποίας ο κεντρικός χαρακτήρας αδυνατεί να διακρίνει την πραγματικότητα από την ψευδαίσθηση και όπου η πλάνη του είναι απόλυτη, πανταχού παρούσα, κατανεμημένη, απολιτική, οδηγώντας τον στην αμφισβήτηση της μνήμης και της ταυτότητάς του. Τώρα όμως ο Αμερικανός δημιουργός ανεβάζει τον πήχυ βασίζοντας το σενάριο σε πετυχημένο μυθιστόρημα της περιόδου, κινηματογραφώντας μία σχεδόν επικής κλίμακας σκοτεινή και σατιρική αφήγηση κατά μήκος των μητροπολιτικών ΗΠΑ, υλοποιώντας ένα αψεγάδιαστο οπτικοακουστικό υπερθέαμα και αποσπώντας εξαιρετικές ερμηνείες από χολιγουντιανούς ηθοποιούς - αστέρες. Ταυτόχρονα συγχρονίζεται με τον παλμό της εποχής και κατασκευάζει το φιλμ του ως ακόμα έναν – πολύ σημαντικό – κρίκο στην αλυσίδα ταινιών «φιλοσοφικής συνωμοσίας» οι οποίες εμφανίστηκαν μετά το Παιχνίδι (Άνοιξε τα μάτια και Ο δικηγόρος του Διαβόλου το 1997, Ζωντανή μετάδοση και Σκοτεινή πόλη το 1998, Η έκτη αίσθηση, eXistenZ και Μάτριξ το 1999, Μεμέντο και American Psycho το 2000). Πιο συμβατικός και πρόωρος πρόδρομος αυτής της αφηγηματικής υποκατηγορίας είχε υπάρξει η Ολική επαναφορά (1990) του Πωλ Βερχόφεν – καθόλου τυχαία στηριγμένη σε διήγημα του συγγραφέα της αντικουλτούρας του ’60 Φίλιπ Ντικ.

Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2013

Κινηματογράφος: «Η έκτη αίσθηση» (1999)

Η ΕΚΤΗ ΑΙΣΘΗΣΗ

«THE SIXTH SENSE»




    Ο οκτάχρονος Κόουλ (Χάλεϊ Τζόελ Όσμεντ), παρατημένος από τον πατέρα του, μόνος γιος διαζευγμένης και εργαζόμενης μητέρας στη Φιλαδέλφεια των ΗΠΑ, είναι ένα παιδί με προβλήματα κοινωνικοποίησης και ενδείξεις ψύχωσης. Την περίπτωσή του αναλαμβάνει να παρακολουθήσει ο διακεκριμένος παιδοψυχολόγος της πόλης Μάλκολμ Κρόου (Μπρους Γουίλις) – ένας μεσήλικας άνδρας του οποίου έχουν τραυματιστεί τόσο η επαγγελματική περηφάνεια όσο και η σχέση με την αγαπημένη του σύζυγο (Ολίβια Ουίλιαμς) κατά τη διάρκεια του προηγούμενου έτους, μετά τον πυροβολισμό του από έναν εξαγριωμένο πρώην ασθενή ο οποίος στη συνέχεια αυτοκτόνησε. Γνωρίζοντας τον φοβισμένο νεαρό Κόουλ, ο Μάλκολμ θα αντιληφθεί όχι μόνο πως το βασανισμένο παιδί κρύβει κάποιο σκοτεινό και τρομακτικό μυστικό, αλλά και απρόσμενα πράγματα για τον εαυτό του...
    Ένα άρτιο, αλλά βαθύτατα υποταγμένο στις ανάγκες της στουντιακής εμπορικής επιτυχίας, χολιγουντιανό ψυχολογικό θρίλερ του 1999 με υπερφυσικό υπόβαθρο, διάσημο στην εποχή του, που εκκίνησε ουσιαστικά την καριέρα του Νάιτ Σιάμαλαν: ινδικής καταγωγής σκηνοθέτη και σεναριογράφου από οικογένεια ιατρών στις ΗΠΑ. Η ταινία μάλλον αδικείται από το γεγονός πως έγινε γνωστή κυρίως λόγω της σεναριακής ανατροπής του φινάλε – ένα όχι και τόσο πρωτότυπο εύρημα για εγχείρημα της κατηγορίας (π.χ. Ξύπνημα στον εφιάλτη, Απλή διατύπωση, Οι Άλλοι κλπ.), που όμως δένει άψογα και υπολογισμένα με ό,τι έχει προηγηθεί, παρέχοντάς του ταυτόχρονα πρόσθετες νοηματικές αναγνώσεις και συντονίζοντάς το με το τότε κινηματογραφικό zeitgeist (π.χ. Άνοιξε τα μάτια, Μάτριξ, Fight Club κλπ.): αμφισβήτηση της αντικειμενικότητας της πραγματικότητας, απεικόνισή της ως καθολικής και πανταχού παρούσας πλεκτάνης, αποδόμηση της ταυτότητας του ατόμου υπό τέτοιες συνθήκες ως ψευδαίσθησης. Το φιλμ εκθέτει στο τέλος του την αντίληψή μας για τον κόσμο και τον εαυτό μας ως σαθρή, σχετική, χειραγωγούμενη και αναξιόπιστη.

Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2013

Κινηματογράφος: «Μάτριξ» (1999), Κινηματογράφος: «Matrix Reloaded / Revolutions» (2003), Κινηματογράφος: «Ανιμάτριξ» (2003)

ΜΑΤΡΙΞ

«MATRIX»


«I know why you’re here, Neo. I know what you’ve been doing… why you hardly sleep, why you live alone, and why night after night, you sit by your computer. You’re looking for him. I know because I was once looking for the same thing. And when he found me, he told me I wasn’t really looking for him. I was looking for an answer. It’s the question, Neo. It’s the question that drives us. It’s the question that brought you here. You know the question, just as I did. “What is the Matrix?” The answer is out there, Neo, and it’s looking for you, and it will find you if you want it to.» – Τρίνιτι



     Στο τέλος της δεκαετίας του 1990, ελάχιστα πριν από την έλευση του νέου αιώνα και της αστρολογικής Εποχής του Υδροχόου, ενώ οι αποκαλυπτικοί χιλιαστικοί φόβοι εξαπλώνονταν γοργά και αποκτούσαν ένα φαινομενικά ορθολογικό υπόστρωμα με τον υπολογιστικό «Ιό της Χιλιετίας», μήνες μόνο πριν από την έκρηξη των Ταραχών του Σιάτλ με τις οποίες εγκαινιάστηκε το σύγχρονο διεθνές αντικαπιταλιστικό κίνημα, σε μία εποχή που οι μικροϋπολογιστές αποτελούσαν ήδη τετριμμένη καθημερινότητα μα το Διαδίκτυο έμοιαζε ακόμα φρέσκια, ανατρεπτική και ελπιδοφόρα εφεύρεση, το Μάτριξ έπεσε σαν κεραυνός σε έναν πολιτισμό διψασμένο για κάτι ριζικά νέο και σημάδεψε ανεξίτηλα τη δυτική λαϊκή κουλτούρα, όπως μόνον ο κινηματογράφος μπορεί.
     Η ταινία υιοθετούσε τη μορφή ενός μεταμοντέρνου μείγματος αρμονικά συγκερασμένων ετερόκλητων στοιχείων και δανείων, ικανών να διεγείρουν τη φαντασία και να μαγνητίσουν τον αμφιβληστροειδή, εκφράζοντας ταυτόχρονα με κομψότητα τις ευαισθησίες όλης εκείνης της εποχής και αποτελώντας κορύφωση ενός σερί κινηματογραφικών ταινιών της περιόδου με παρόμοιους προβληματισμούς, περί της φύσης της πραγματικότητας, της σχέσης μεταξύ μνήμης και ταυτότητας, της ανάγκης για αλλαγή και της επιστημολογικής πλάνης (Το παιχνίδι, Άνοιξε τα μάτια και Ο δικηγόρος του Διαβόλου το 1997, Ζωντανή μετάδοση και Σκοτεινή πόλη το 1998, Η έκτη αίσθηση, eXistenZ και Fight Club το 1999, Μεμέντο και American Psycho το 2000) – με έναν πιο συμβατικό ίσως πρόδρομο να ανιχνεύεται στην Ολική επαναφορά (1990) του Πωλ Βερχόφεν. Εντυπωσιακό ως σύλληψη και παραγωγή, κατάφερε όχι μόνο να συναρθρώσει σε ένα κοινό πλαίσιο αλλά και να τελειοποιήσει τις επιρροές του, στηριζόμενο ταυτόχρονα σε μία κεντρική ιδέα πολύ απλή και γοητευτική, μα εκ φύσεως προορισμένη να εκβιάζει την ταύτιση του θεατή χάρη στην απειρία ερμηνειών της. Το Μάτριξ είναι σχεδιασμένο να εκλαμβάνεται διαφορετικά από τον κάθε θεατή αναλόγως με τη δική του ψυχοσύνθεση, σαν μια δοκιμή Ρόρσαχ της μεγάλης οθόνης, καταλήγοντας τελικά να μιλά για τα πάντα και για τίποτα. Αυτή η ουσιαστική ρηχότητα τονίζεται και από τη μεγάλη έμφαση στο απολαυστικό μα απλοϊκό υπερθέαμα φυσικής δράσης και εικαστικού στυλιζαρίσματος εις βάρος του όποιου περιεχομένου, τη στιγμή που η σεναριακή ιδέα προσφέρεται για πιο πολύπλοκες διανοητικές αναζητήσεις. Σε αντιστάθμισμα το φιλμ λειτουργεί με θαυμαστό τρόπο σε πολλαπλά επίπεδα, από ταινία δράσης μέχρι μελλοντολογικό θρίλερ αγωνίας και από επίδειξη οπτικών εφέ μέχρι θρησκευτική ή πολιτική αλληγορία, αναλόγως με το βάθος το οποίο είναι διατεθειμένος ο θεατής να του προσδώσει.