Πέμπτη, 22 Ιανουαρίου 2015

Κινηματογράφος: «Δαιμονισμένος άγγελος» (1987)

ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΕΝΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ

«ANGEL HEART»




    Νέα Υόρκη, 1955. Ο Χάρι Έιντζελ (Μίκι Ρουρκ) είναι ένας ιδιωτικός ντετέκτιβ για «ελαφρές» υποθέσεις – όχι πολύ πετυχημένος, όχι ιδιαίτερα ριψοκίνδυνος, μονίμως σε οικονομική στενότητα, ενδιαφερόμενος περισσότερο για καπνό, γυναίκες και ποτό παρά για τη δουλειά του. Όμως μία μεγάλη νομική φίρμα τον προσλαμβάνει για λογαριασμό ενός ιδιόρρυθμου, μυστικοπαθή μεγιστάνα, του Λούι Σάιφερ (Ρόμπερτ ντε Νίρο), προκειμένου να εντοπίσει έναν προπολεμικό τραγουδιστή ο οποίος πριν από πολύ καιρό επιστρατεύτηκε, τραυματίστηκε στο κεφάλι και επέστρεψε σε κώμα από τα ευρωπαϊκά μέτωπα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου – τον Τζόνι Φέιβοριτ. Ο Τζόνι υποτίθεται πως είναι εδώ και μια δωδεκαετία κατάκοιτος σε νοσοκομείο βετεράνων, αλλά ο Σάιφερ έχει λόγους να πιστεύει πως αυτό δεν αληθεύει και ότι κάποιος τον εξαπατά. Ο Χάρι, παρά το άσχημο προαίσθημα για το δυσερμήνευτο ενδιαφέρον του πελάτη του σχετικά με τον άτυχο τραγουδιστή, δέχεται να ερευνήσει εξαιτίας της υψηλής αμοιβής. Μία φαινομενικά απλή υπόθεση εξαφάνισης θα τον οδηγήσει από τους μουντούς δρόμους της Νέας Υόρκης στους βάλτους της Λουιζιάνα και θα τον εμπλέξει με αποκρυφιστικούς κύκλους σατανιστών και πιστών του βουντού. Ταυτοχρόνως, τα πτώματα μαρτύρων και ανθρώπων σχετικών με την εξαφάνιση του Τζόνι συσσωρεύονται μυστηριωδώς γύρω του, με τον ίδιο να καταλήγει κύριος ύποπτος της Αστυνομίας.
    Οι Πάρκερ, Ρουρκ και ντε Νίρο, στην εποχή που βρίσκονταν και οι τρεις στο απόγειο της καριέρας τους, συνεργάστηκαν σ’ αυτή την αφηγηματικά υποδειγματική μείξη στυλιζαρισμένου, μακάβριου και υποβλητικού υπερφυσικού θρίλερ μυστηρίου, ταινίας τρόμου και φιλμ νουάρ. Με πλούσια πλοκή στηριγμένη σε μυθιστόρημα, ο Δαιμονισμένος άγγελος ποντάρει στην ύφανση μίας πυκνής, απειλητικής ατμόσφαιρας και στην αποπλάνηση του θεατή από το καλά δομημένο μυστήριο με τις απανωτές ανατρωπές. Παρά τις απλόχερες ενδείξεις περί του τι πράγματι συμβαίνει, ήδη από νωρίς, η πλοκή παρασύρει άκοπα τον θεατή χάρη στη μαεστρία του σκηνοθέτη και το γοητευτικό κλίμα. Τελικός στόχος όμως είναι εμφανώς η πρόκληση του σοκ: σατανισμός, νοσηρός ερωτισμός, εξωτικός αισθησιασμός, αιμομειξία, σπλάτερ και γκραν γκινιόλ, εκτροχιάζουν γρήγορα ένα αρχετυπικό αστικό παραμύθι σκλητροτράχηλου νουάρ με αναξιόπιστο αφηγητή.
    Το λαβυρινθώδες σενάριο είναι γραμμικό και ιδωμένο πλήρως από την υποκειμενική οπτική γωνία του Χάρι, ο οποίος σιγά-σιγά χάνει την όποια αθωότητα και προσεγγίζει μία αλήθεια πολύ πιο τρομακτική, αλλά και πολύ πιο προσωπική απ’ ότι θα περίμενε. Ο σκηνοθέτης διακόπτει περιστασιακά την αφήγηση με επαναλαμβανόμενα, υπνωτιστικά πλάνα ονειρικής χροιάς, τα οποία σχετίζονται μεν σεναριακά με τη λύση του μυστηρίου, αλλά έχουν κύριο στόχο να υποβάλλουν τον θεατή, να τον βυθίσουν σε μία απεγνωσμένη ατμόσφαιρα καταδίκης, θανάτου και εφιάλτη, μία ιδιότυπη νουάρ Κόλαση και φυλακή: πλάνα από σκάλες, ανελκυστήρες και κιγκλιδώματα σε ημιφωτισμένα, ετοιμόρροπα κτήρια, πλάνα από φθαρμένους τοίχους λεκιασμένους με αίμα, από αργά περιστρεφόμενους και θορυβώδεις ανεμιστήρες, από κεριά που σβήνει ο άνεμος και από αλλόκοτες εκκλησίες, όλα παρουσιασμένα με ταχύ και κοφτό μοντάζ. Η εξαιρετικά προσεγμένη, αδιάκοπη τζαζ μουσική επένδυση με τα δυνατά μπάσα και τα απόκοσμα συνοδευτικά ηχητικά εφέ (ανάσες, χτύποι καρδιάς, ήχος ανεμιστήρα, θόρυβοι ανελκυστήρα) ντύνει με στυλ τις εν λόγω σύντομες εφιαλτικές σεκάνς και λειτουργεί ως συνδετικός ιστός ανάμεσα σ’ αυτές και την κανονική αφήγηση του φιλμ. Η καλλιτεχνική διεύθυνση του εγχειρήματος και η σκοτεινή του φωτογραφία με τα ψυχρά χρώματα λάμπουν σε κάθε λεπτό, από τα πλημμυρισμένα με υδρατμούς υγρά σοκάκια της Νέας Υόρκης μέχρι τον πλούσιο σκηνικό διάκοσμο στο γραφείο της αστρολόγου στη Νέα Ορλεάνη. Η εσκεμμένη αντιδιαστολή ανάμεσα στην περιορισμένη γκάμα μουντών χρωμάτων, κατά το πρώτο ήμισυ στη «νουάρ» Νέα Υόρκη, και στην εντυπωσιακή χρωματική παλέτα της πιο εξωτικής και θερμότερης Νέας Ορλεάνης, ενός τόπου «εγγύτερα στην Κόλαση», συνιστά ένα ακόμα ατού της ταινίας.
    Όσον αφορά τις ερμηνείες ξεχωρίζει ο ντε Νίρο στον εκκεντρικό ρόλο του κομψού, αυτάρεσκου, κυνικού, ξενόφερτου και αλλόκοσμου επιχειρηματία με την αόριστα απειλητικά αύρα, κατορθώνοντας ως επί το πλείστον να αποφύγει την καρικατούρα. Ο Μίκι Ρουρκ ως Χάρι ικανοποιεί και – υποβοηθούμενος από την αφηγηματική δομή – πετυχαίνει εύκολα την ταύτιση του θεατή με τον κύριο χαρακτήρα, επικοινωνώντας αποτελεσματικά την κλιμακούμενη απόγνωσή του. Ένα δυνατό σημείο του φιλμ είναι η επίτευξη ακριβώς αυτής της ταύτισης, παρά τις περιστασιακές, ύποπτες εξάρσεις βίας του Χάρι και την εμφανή αναξιοπιστία του. Σε επίπεδο περιεχομένου δεν έχουμε κάτι εξεζητημένο, αφού πρόκειται εμφανώς για εγχείρημα εστιασμένο στη φόρμα, αλλά απλώς μία φαουστιανή «συμφωνία με τον Διάβολο» ευρισκόμενη στη λύση του μυστηρίου, με μία αναμενόμενη «κάθοδο της ψυχής στην Κόλαση» ως αναπόδραστη απόρροια. Οι επαναλαμβανόμενες νύξεις στον επικρατούντα ρατσισμό της εποχής απέναντι στην αφροαμερικανική κοινότητα των ΗΠΑ και η αιμομεικτική διαφυλετική σχέση του πρωταγωνιστή που καταλήγει σε τραγωδία, δεν εντάσσονται σε κάποιο ευρύτερο νοηματικό πλαίσιο και λειτουργούν περισσότερο ως στοιχεία του τοπίου, ένα τέχνασμα υποβολής του θεατή και τμήμα του σκηνοθετικού μηχανισμού ανασύστασης εποχής. Το ίδιο ισχύει και για την αχνή αίσθηση σταδιακής αποκάλυψης από το σενάριο ενός κρυμμένου, σκοτεινού αποκρυφιστικού υποκόσμου κάτω από την ορθολογική επιδερμίδα της νεωτερικής δυτικής κοινωνίας. Έτσι, το έλλειμα περιεχομένου, κάποιες ανεπαρκείς ερμηνείες, οι μονοδιάστατοι χαρακτήρες πέραν του πρωταγωνιστή και ορισμένα συστατικά του φιλμ που συνορεύουν με το κιτς (π.χ., τα λογοπαίγνια στα ονόματα, οι εξαιρετικά προφανείς συμβολισμοί, ή η πομπώδης τελική εμφάνιση του Σάιφερ με τα αστεία ειδικά εφέ στα μάτια), καταδίκασαν σταδιακά τον Δαιμονισμένο άγγελο σε σχετική λήθη.
    Το εγχείρημα υπήρξε μάλλον το απόγειο της καριέρας του Μίκι Ρουρκ, ενώ ελάχιστους μήνες μετά κυκλοφόρησε και η πιο συμβατική χολιγουντιανή ταινία τρόμου Το ερπετό και το ουράνιο τόξο, του Γουές Κρέιβεν, επίσης με θεματολογία περί βουντού. Ο Δαιμονισμένος άγγελος υπήρξε βασική πηγή έμπνευσης και για το δημοφιλές βιντεοπαιχνίδι Gabriel Knight: Sins of the Fathers (1993) της Τζέιν Τζένσεν.