Σάββατο, 5 Μαρτίου 2016

Κινηματογράφος: «Εν ψυχρώ» (1967)

ΕΝ ΨΥΧΡΩ

«IN COLD BLOOD»




    Σε μια επαρχιακή πόλη των ΗΠΑ τη δεκαετία του 1950, ένας νεαρός αποφυλακίζεται και συναντάται με έναν παλιό του συγκρατούμενο. Μαζί αποφασίζουν να διαρρήξουν το σπίτι ενός αγρότη βασισμένοι στην υποψία ότι έχει κρυμμένα 10000 δολάρια. Το απρόσμενο μακελειό τους καθιστά φυγάδες με τέσσερις νεκρούς στο διάβα τους, ενώ η Αστυνομία προσπαθεί να τους ταυτοποιήσει και να τους εντοπίσει ως δράστες ενός φονικού ακατανόητου και παράλογου – το υποτιθέμενο χρηματοκιβώτιο ήταν στην πραγματικότητα ανύπαρκτο και τα λάφυρα περιορίζονται σε 43 δολάρια κι ένα παλιό ραδιόφωνο…
    Στηριγμένος στο ομώνυμο, σχεδόν μυθιστορηματικό βιβλίο του Τρούμαν Καπότε, ήδη διάσημου από το Πρόγευμα στου Τίφανις, ο σκηνοθέτης Ρίτσαρντ Μπρουκς μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη τα γεγονότα γύρω από έναν μαζικό φόνο ο οποίος συγκλόνισε τη βορειοαμερικανική κοινή γνώμη του 1959. Ο Πέρι Σμιθ (Ρόμπερτ Μπλέικ) – ένας εθισμένος στην… ασπιρίνη βετεράνος της Κορέας – είναι βαρύθυμος, ευαίσθητος, με όνειρο να γίνει διασημότητα, με εκρήξεις βίας και βαρυνόμενος από ένα ιστορικό παιδικής κακοποίησης και εγκατάλειψης από τον μέθυσο και αγροίκο πατέρα του. Υπάρχουν στιγμές που αδυνατεί να διακρίνει τη φαντασίωση από την πραγματικότητα, αλλά και στιγμές όπου τον πλημμυρίζει οίκτος και διορατικότητα. Ο Ρίτσαρντ Χίκοκ (Σκοτ Γουίλσον) είναι αστείος, γοητευτικός, επαγγελματίας απατεώνας και ο «εγκέφαλος» του σχεδίου – επίσης δεν έχει ηθικούς ενδοιασμούς και είναι ο πιο πρόθυμος να μην αφήσει πίσω του μάρτυρες, αλλά χρειάζεται «κάποιον να πατήσει τη σκανδάλη». Από μόνοι τους είναι ακίνδυνοι, από κοινού δημιουργούν μία προσωπικότητα εκρηκτική και φονική… Το φιλμ παρακολουθεί τη διαδρομή από τη συνάντησή τους και τη σύλληψη του σχεδίου, μέχρι τον απαγχονισμό τους από τους κρατικούς δημίους πέντε χρόνια μετά. Ένα μικρό τμήμα της πλοκής αφορά και την αστυνομική έρευνα για την αναγνώριση και εύρεση των δραστών, από την επομένη του εγκλήματος μέχρι τη σύλληψη και τη δίκη τους. Πιστό στη δομή του βιβλίου όπου βασίστηκε, το φιλμ δεν περιγράφει τη νύχτα των φόνων παρά μόνο μέσω μνημονικής αναδρομής στο παρελθόν προς το φινάλε, οικοδομώντας έτσι με επιτυχία μία αύρα μυστηρίου κατά το μεγαλύτερο μέρος της διάρκειας όσον αφορά τις συνθήκες και τα αίτια του εγκλήματος. Αυτό είναι σημαντικό για μία ταινία η οποία συνολικά δεν στηρίζεται στην αγωνία αλλά στη θλίψη ¬– η ιστορία του Πέρι και του Ρίτσαρντ δεν έχει σασπένς, δεν έχει κινηματογραφική γοητεία, είναι απλώς θλιβερή.
    Ο Μπρουκς (γνωστός από τη Ζούγκλα του μαυροπίνακα), αντίθετα με τις προσταγές του στούντιο, επέλεξε σοφά να αξιοποιήσει ασπρόμαυρο φιλμ, άσημους ηθοποιούς, τις αληθινές τοποθεσίες των γεγονότων ως σκηνικά και αληθινά πρόσωπα (π.χ. τον δήμιο ή τους ενόρκους της δίκης) ως μέλη του καστ, προκειμένου να μεγιστοποιήσει την ωμή αληθοφάνεια και τον συναισθηματικό αντίκτυπο της ταινίας. Η εξαιρετικά ατμοσφαιρική φωτογραφία με τις αδρές μαυρόασπρες φωτοσκιάσεις παραπέμπει σε φιλμ νουάρ παλιότερων εποχών, αλλά το Εν ψυχρώ είναι στην πραγματικότητα ένα από τα πρώτα αριστουργήματα του Νέου Χόλιγουντ – από κοινού με τα Μπόνι και Κλάιντ και Ο πρωτάρης του ίδιου έτους. Οι συνθέσεις των κάδρων τονίζουν την απεραντοσύνη των τοπίων όπου κινούνται οι πρωταγωνιστές και τις διαψευσμένες, αφελείς προσδοκίες τους για πλούτη, οι ερμηνείες των ηθοποιών είναι εκπληκτικές, τα συναισθήματα διακρίνονται με καθαρότητα, ενώ η ευκίνητη κάμερα στο χέρι, οι σποραδικές μείξεις πραγματικότητας και ονείρου μέσα στην ίδια σκηνή, η τζαζ μουσική του Κουίνσι Τζόουνς και το ευρηματικό μοντάζ – με τις αλλαγές μεταξύ σκηνών να στηρίζονται σε συνειρμικές εικόνες και οπτικούς παραλληλισμούς – δείχνουν τις επιρροές από τη Νουβέλ Βαγκ και στιγματίζουν την εποχή που γυρίστηκε η ταινία: τέλη του ’60. Το πιο σημαντικό είναι πως το σενάριο καθιστά τους εγκληματίες πρωταγωνιστές συμπαθείς στο κοινό και εμβαθύνει απλόχερα – αν και απλοϊκά – στην ψυχοπαθολογία τους, προκειμένου να μεταφέρει στον κινηματογράφο την πρόθεση του Καπότε για στηλίτευση της θανατικής ποινής. Η ταινία ξεσήκωσε θύελλα αρνητικών σχολίων από τη συντηρητική μερίδα της κριτικής του 1967 – όχι τόσο για τη βία της (η περισσότερη υπονοείται και λαμβάνει χώρα εκτός κάδρου) όσο για την «υπονόμευση των παραδοσιακών αξιών του Χόλιγουντ». Ένδειξη του ανανεωτικού κλίματος στο οποίο τοποθετούνταν το εγχείρημα, είναι το γεγονός πως πρόκειται για την πρώτη χολιγουντιανή παραγωγή όπου ακούγεται αλογόκριτη η λέξη «σκατά», αλλά και μια ασαφής, υποδόρια αίσθηση ανέκφραστης ομοφυλοφιλικής έλξης μεταξύ των δύο πρωταγωνιστικών χαρακτήρων.
    Σκηνή ανθολογίας συνιστά η εξομολόγηση του Πέρι στο κελί του πριν τον απαγχονισμό του ενώ έξω βρέχει, με τις σταγόνες της βροχής που ρέουν στο τζάμι να αντικατοπτρίζονται σαν δάκρυα στο πρόσωπό του. Εξαιρετικά δυνατό είναι και το ανατριχιαστικό φινάλε με την εκτέλεσή του. Η ταινία ήταν υποψήφια για τέσσερα Βραβεία Όσκαρ, ενώ ο διαρκώς σκοτεινός και βαρύς τόνος μα και η αμήχανη, ηθοπλαστική αφήγηση ενός ανώνυμου δημοσιογράφου προς το τέλος (προφανώς υποκαθιστά ως χαρακτήρας τον Καπότε) είναι τα μόνα στοιχεία τα οποία προδίδουν σήμερα την ηλικία του εγχειρήματος. Από παράξενη και ατυχή σύμπτωση, το 2002 ο Ρόμπερτ Μπλέικ συνελήφθη για τον φόνο της συζύγου του.