Κυριακή, 6 Μαρτίου 2016

Κινηματογράφος: «Ιστορία ενός εγκλήματος» (1967)

ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ

«IN THE HEAT OF THE NIGHT»




    Σε μια επαρχιακή, ρατσιστική κωμόπολη του Μισισίπι της δεκαετίας του 1960, ένας περαστικός καλοντυμένος Αφροαμερικανός από τη Φιλαδέλφεια (Σίντνεϊ Πουατιέ) συλλαμβάνεται τυχαία ως ύποπτος του φόνου ενός πλούσιου επιχειρηματία, ο οποίος είχε προσφάτως πραγματοποιήσει επενδύσεις στην περιοχή. Μόλις ο τοπικός Σερίφης Μπιλ (Ροντ Στάιγκερ) αντιλαμβάνεται πως ο συλληφθείς είναι αστυνομικός ειδικευμένος στις ανθρωποκτονίες, τον αφήνει διστακτικά ελεύθερο και – ευρισκόμενος σε αδιέξοδο – του ζητά να τον βοηθήσει στην έρευνα του φόνου. Ο μαύρος Βέρτζιλ διατάσσεται από τον προϊστάμενό του στη Φιλαδέλφεια να ικανοποιήσει το αίτημα του Σερίφη και, πιεζόμενος από τη θρηνούσα, πάμπλουτη και χωρίς φυλετικές προκαταλήψεις χήρα του επιχειρηματία, αναγκάζεται να παρατείνει τη διαμονή του στην εχθρική πόλη. Γρήγορα εμπλέκεται στον μικρόκοσμό της και παθιάζεται με την υπόθεση, ενώ τοπικοί παράγοντες επιπλήττουν τον Σερίφη για την εμπιστοσύνη την οποία δείχνει σε έναν νέγρο…
    Με βάση ένα πολύκροτο μυθιστόρημα και στον απόηχο του κινήματος πολιτικών δικαιωμάτων και των φυλετικών αναταραχών της δεκαετίας του 1960 στις ΗΠΑ, συλλαμβάνοντας τις ευαισθησίες της εποχής και την αίσθηση καλλιτεχνικής ελευθερίας του ολοκαίνουργιου τότε Νέου Χόλιγουντ, ο Νόρμαν Τζούισον κινηματογραφεί από εμφανώς φιλελεύθερη σκοπιά μία εξαιρετικά επίκαιρη και τολμηρή (το 1967) αστυνομική ταινία μυστηρίου η οποία δεν αποφεύγει τις χολιγουντιανές συμβάσεις και την κερδοσκοπική έμφαση στην ανάδειξη των ηθοποιών-αστέρων της, αλλά ταρακούνησε το κατεστημένο της εποχής παρουσιάζοντας τη συνεργασία ενός λευκού και ενός μαύρου αστυνομικού και συνεισέφερε στην οριστική απαξίωση των συντηρητικών ηθών τα οποία ακόμα επικρατούσαν σε πολλές περιοχές των ΗΠΑ. Το σενάριο, κατά απλοϊκό τρόπο, στιγματίζει απολύτως ηθικά τους περισσότερους χαρακτήρες αναλόγως με τη στάση τους απέναντι στο «φυλετικό ζήτημα», με εξαίρεση κάποιον αδιάφορο για το θέμα κατά λάθος συλληφθέντα (μία άψογη υποστηρικτική ερμηνεία από τον Σκοτ Γουίλσον, ο οποίος το ίδιο έτος πρωταγωνίστησε στο Εν ψυχρώ) και τους δύο βασικούς ήρωες: ο Βέρτζιλ, ελαφρώς ναρκισσιστής, παθιάζεται τόσο με την υπόθεση που αφήνει το μένος του για τους ρατσιστές να θολώσει την κρίση του παρά το αδιαμφισβήτητο ταλέντο και την ευφυΐα του, ενώ ο Σερίφης Μπιλ, κατά βάθος ευσυνείδητος και φιλότιμος, εξελίσσεται όμορφα καθ’ όλη τη διάρκεια του φιλμ, ώστε από τυπικός – λόγω περιρρέοντος κλίματος – ρατσιστής, καταλήγει να σέβεται, να υπερασπίζεται και να νοιάζεται τον Βέρτζιλ. Η εξέλιξη αυτή και η μεθοδική διαμόρφωση της φιλίας των δύο ανδρών συνιστά τον πυρήνα της αφήγησης· είναι πράγματι μεγάλη απόλαυση η αλληλεπίδραση του Στάιγκερ και του Πουατιέ στους ρόλους αυτούς και, παρά τον υπέρμετρο μανιερισμό που εύκολα διακρίνει ο σημερινός θεατής σε ορισμένες σκηνές, οι ερμηνείες τους είναι τόσο στιβαρές που προσδίδουν ακόμα περισσότερο βάθος σε χαρακτήρες έτσι κι αλλιώς πολυδιάστατους, ισχυρογνώμονες, μοναχικούς και αλαζόνες, μα ευφυείς και καλοπροαίρετους.
    Εντύπωση προκαλεί ο τρόπος με τον οποίον η ταινία, αποφεύγοντας τα κλισέ του εγκλήματος και του μυστηρίου στη νύχτα της μεγαλούπολης, αποδίδει κομψά τη σκληρή ατμόσφαιρα του επαρχιακού αμερικανικού Νότου και την εικόνα μιας κλειστής κοινότητας με μυστικά και άκαμπτο status quo, η οποία απεχθάνεται τον έξω κόσμο. Το εν λόγω μοτίβο θα επαναληφθεί πολλάκις στον υπερατλαντικό κινηματογράφο (π.χ. στον Δαιμονισμένο άγγελο, στο Μεσάνυχτα στον κήπο του καλού και του κακού κλπ). Από άποψη ρυθμού πρόκειται ουσιαστικά για ταινία δύο ταχυτήτων, με το πρώτο ήμισυ να μοιάζει πιο βραδύκαυστο και τη δράση να φαίνεται πιο χαμηλών τόνων, όσο η σχέση του Μπιλ και του Βέρτζιλ ακόμα διαμορφώνεται και ο τελευταίος ακόμα εγκλιματίζεται στην πόλη. Το σημείο καμπής φαίνεται να είναι η διάσημη σκηνή του χαστουκιού, όπου ο Πουατιέ ανταποδίδει «με θράσος» μπροστά στην κάμερα το χτύπημα ενός ρατσιστή, θιγμένου, εντόπιου οικονομικού παράγοντα υπόπτου για τον φόνο. Η λιτή αλλά αποτελεσματική κινηματογράφηση, οι αναπάντεχες σεναριακές ανατροπές και η ταιριαστή τζαζ, μπλουζ και σόουλ μουσική του Κουίνσι Τζόουνς (μουσικοσυνθέτης και του Εν ψυχρώ) υποστηρίζουν ιδανικά το εγχείρημα, δικαιολογώντας εν μέρει – από κοινού με την προφανή κοινωνική κριτική – τα πέντε Βραβεία Όσκαρ τα οποία απέσπασε. Η αλήθεια είναι όμως πως το μυστήριο του φόνου μοιάζει υπέρμετρα προσχηματικό, η λύση του αυθαίρετα διεκπεραιωτική και αναληθοφανής, το σενάριο υποκύπτει κάποτε σε παραλογισμούς, ενώ οι περισσότεροι δευτερεύοντες χαρακτήρες συνορεύουν επικίνδυνα με την καρικατούρα, με αποτέλεσμα σημαντικοί πόντοι να αφαιρούνται από την απόλαυση της ταινίας σήμερα που η επικαιρότητα της θεματολογίας της έχει μειωθεί σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση πάντως, η Ιστορία ενός εγκλήματος είναι ένα αξιόλογο αστυνομικό φιλμ, ιστορικά κινούμενο στα όρια του Νέου Χόλιγουντ και με νοηματικό περιεχόμενο χαρακτηριστικό της εποχής του.